Αποτελέσματα αναζήτησης

Νομοθεσία

**** ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Κατά το άρθρο 6 παρ. 3 του Ν. 1512/ 1985 (Α 4): » Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού σε υφιστάμενα κτήρια, όπου η αλλαγή χρήσης κοινοχρήστων χώρων και η τροποποίηση των καταστατικών διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 3741/29, οι διατάξεις των άρθρων 4, 5 και 13 αυτού δεν εφαρμόζονται στις ρυθμίσεις του παρόντος άρθρου».

****ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Βλ. άρθρο 1 ΠΔ 250/2003 σχ. με υπαγωγή των τουριστικών καταλυμάτων της παρ.13 άρθρο 39 Ν.3105/2003 στις διατάξεις του παρόντος.

‘Αρθρo 1.

1) Αναγνωρίζεται η διηρημένη κατ’ ορόφους ή μέρη αυτών ιδιοκτησία επί του αυτού οικοδομήματος.

2) Όροφοι θεωρούνται και τα υπόγεια ως και τα αμέσως υπό την στέγην δωμάτια.

*****ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Το άρθρο 1 του ΝΔ 1024/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κώδικος δύναται να συσταθή διηρημένη ιδιοκτησία και επί πλειόνων αυτοτελών οικοδομημάτων ανεγειρόμενων επό ενιαίου οικοπέδου ανήκοντος εις ένα ή πλείονας ως και επί ορόφων ή μερών των οικοδομημάτων τούτων, επιφυλασσομένων των πολεοδομικών διατάξεων.

2) Η προηγούμενη παράγραγος δεν εφαρμόζεται επί οικοπέδων κειμένων εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων, ειμή μόνον εφ’ όσον τα επ’ αυτών, κατά την παρ. 1 οικοδομή- ματα, ανεγείρονται κατά το υπό του Α.Ν. 395/1968 προβλεπόμενον σύστημα της ελευθέρας δομήσεως ή πρόκειτε περί περιοχής εκτός εγκεκριμένου σχεδίου, δι’ ην καθωρι- σθήσαν όροι δομήσεως κατά την παρ.2 του άρθρου 9 του από 17.7/16.8.1923 Ν. Δ/τος «περί σχεδίου πόλεων κλπ.», ως αντικατεστάθη δια του άρθρου 1 του Α.Ν. 625/1968, επιφυλασσομένων και των διατάξεων του Ν.Δ. 1003/1971 «περί ενεργού Πολεοδομίας».

Άρθρο 2.

1) Αδιαίρετος είναι η ιδιοκτησία, επί του εδάφους, των θεμελίων, των προτοτοίχων, της στέγης, των καπνοδόχων, των αυλών, των φρεάτων, ανελκυστήρων, βόθρων, εγκαταστάσεων κεντρικής θερμάνσεως, και παντός άλλου πράγματος χρησιμεύοντος προς κοινήν των ιδιοκτήτων χρήσιν.

2) Αι ισχύουσαι γενικαί περί μεσοτοιχίας διατάξεις εφαρμόζονται και εις τους κοινούς μεταξύ των διαμερισμάτων του αυτού ορόφου τοίχους.

3) Αγωγή προς διαίρεσιν των αδιαιρέτων ως άνω πραγμάτων επιτρέπεται μόνον μετά πλήρη καταστροφήν του οικοδομήματος ή κατά τα ¾ της αξίας αυτού.

Άρθρο 3.

1) Ο ιδιοκτήτης εκάστου ορόφου ή μέρους αυτού έχει πάντα τα εις τον κύριον ανήκοντα δικαιώματα, εφ’ όσον η άσκησις αυτών δεν παραβλέπει την χρήσιν των άλλων ιδιοκτητών ή δεν μειοί την ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος.

2) Υπό τους αυτούς όρους δύναται να επιχειρήση μεταβολάς ή προσθήκας επί των αδιαιρέτως κοινών μέρων του οικοδομήματος.

Άρθρο 4

1) Επιτρέπεται εις τους συνιδιοκτήτας ίνα δι’ ιδιαιτέρας συμφωνίας, εις ην είναι απαραίτητος η κοινή πάντων συναίνεσις, κανονίσωσι τα της συνιδιοκτησίας δικαιώματα και υποχρεώσις, να καθορίσωσι γενικάς συνελεύσεις και να δώσωσιν εις καθωρισμένην πλειοψηφίαν, δυναμένην να μεταβληθή αναλόγως της σοβαρότητας των ληφθησομένων αποφάσεων, το δικαίωμα να λαμβάνη εν τω κοινώ συμφέροντι πάσαν απόφασιν σχετικήν με την συντήρησιν, βελτίωσιν και χρήσιν των κοινών μέρων της οικίας.

2) Οι συνιδιοκτήται δύναται, εν ελλείψει παντός κανονισμού κατά τα ανωτέρω, και δια παμψηφίας να ορίσωσιν ένα διαχειριστήν παρέχοντες αυτώ δικαιώματα διαχειρίσεως τα πλέον εκτεταμένα, συμπεριλαμβανομένων των της εκτελέσεως των εργασιών της συντηρήσεως, της κατανομής των δαπανών και βαρών και της επ’ ονόματι του επί δικαστηρίων παραστάσεως είτε ως εναγόμενου είτε ως ενάγοντος.

3) Ένα δεν υπάρχη αντίθετος συμφωνία, ο διαχειριστής δεν δύναται ν’ απολυθεί ειμή δια πλειοψηφίας των ιδιοκτητών, συνερχομένων εις Γενικήν Συνέλευσιν και εχόντων αριθμών ψήφων ανάλογον προς την αξίαν των επί των αδιαιρέτων μερών του ακινήτου δικαιωμάτων των, πλην αν ο Πρόεδρος των Πρωτοδικών ήθελε κρίνει κατά την διαδικασίαν του άρθρου 11ου ότι ο διαχειριστής είναι υπαίτιος απιστίας ή βαρύτητας αμελείας.

Άρθρο 5.

Εν ελλείψει πάσης μεταξύ των συνιδιοκτητών συμφωνίας ως προς τα δικαιώματα και τας υποχρεώσεις αυτών περί των κοινών πραγμάτων, κρατούσι τα εξής:

Α) Έκαστος των συνιδιοκτητών δικαιούται να ποιήται απόλυτον χρήσιν των κοινών πραγμάτων, και να προβαίνη εις την επισκευήν και ανανέωσιν αυτών, υπό τον όρον να μη βλάπτη τα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών μηδέ να μεταβάλλη τον συνήθη προορισμόν αυτών.

Β) Έκαστος των συνιδιοκτητών υποχρεούται να συνεισφέρη εις τα κοινά βάρη επί τη βάσει της αξίας του ορόφου ή διαμερίσματος ου είναι κύριος.

Γ) Κοινά βάρη θεωρούνται η συντήρησις και επισκευή των εν άρθρ. 2 παρ.1 του παρόντος μερών του ακινήτου, εφ’ ων καθορίζεται αναγκαστική μεταξύ των κατ’ ιδίαν συνιδιοκτητών συνιδιοκτησία και οι παντός είδους φόροι οι βαρύνοντες την κοινήν οικοδομήν.

Άρθρο 6.

1) Ο ιδιοκτήτης εκάστου ορόφου ή μέρους αυτού κατασκευάζει ή διατηρεί ίδια δαπάνη το πάτωμα εφ’ ου βαίνει, τας ανήκουσας ιδιαιτέρως εις εκάστην ιδιοκτησίαν θύρας , τους θόλους, τα δωμάτια και τας οροφάς των δωματίων αυτού.

2) Αι κλίμακες και οι κυρίως διαδρόμοι , κατασκευάζονται και συντηρούνται δαπάνη των ιδιοκτητών των ορόφων εις ους χρησιμεύει κατά λόγον της αξίας εκάστου.

Άρθρο 7.

1) Επί των ηλιακών δωμάτων (ηλιακωτών) εφαρμόζεται ότι και επί της στέγης.

2) Εάν ταύτα δεν ανήκουσιν εις την χρήσιν πάντων των ιδιοκτητών, οι έχοντες την χρήσιν ενός ή πλειόνων τοιούτων καταβάλλουσι το ½ της προς επισκευήν δαπάνης, του ετέρου ημίσεος καταβαλλομένου παρ’ αυτών και των λοιπών ιδιοκτητών κατά την εις το προηγούμενον άρθρον αναλογίαν, πλήν αν υπάρχη αντίθετος συμφωνία.

Άρθρο 8.

1) Το δικαίωμα της επεκτάσεως της οικοδομής είτε προς τα άνω δια προσθήκης νέου ορόφου, είτε προς τα κάτω δι’ ανορύξεως υπογείου, ανήκει από κοινού εις πάντας τους συνιδιοκτήτας του εδάφους, οίτινες δύνανται κατόπιν κοινής αυτών εγγράφου συμφωνίας να προβώσιν εις την εκτέλεσιν των ως ανωτέρω εργασιώ. Ως επέκτασις δεν θεωρείται η τοποθέτησις σκιάδος καλυπτούσης το ηλιακό δώμα (ηλιακωτόν).

2) Εν περίπτωσει αδυναμίας ή αδικαιολογήτου δυστροπίας ενός ή πλειόνων, συνιδιοκτητών δύναται ο εις ή οι λοιποί να προβώσι δι’ ιδίων εξόδων εις την τοιαύτην επέκτασιν, οπότε η νέα προσθήκη θ’ ανήκη αποκλειστικώς εις τους οικοδομήσαντας, υποχρεουμένους να καταβάλωσι προς τον αρνούμενον συνιδιοκτήτην προ πάσης ενέργειας της εργασίας το εις αυτόν αναλογούν μέρος της αξίας της συνιδιοκτησίας του.

3) Η ανωτέρω αναφερομένη αδυναμία ή αδικαιολογήτος δυστροπία δέον να βεβαιούται δι’ αμετακλήτου αποφάσεως εκδιδομένης κατά τας διατάξεις του άρθρου 11 του παρόντος, νομίμως μεταγραφομένης εις το περιθώριον της μεταγραφής του τίτλου της ιδιοκτησίας.

Άρθρο 9.

1) Ένα η οικοδομή καταστραφή ολοσχερώς ή κατά το ¾ της αξίας της η δια του παρόντος θεσπιζομένη αναγκαστική συνιδιοκτησία παύει.

2) Εν περιπτώσει καταστρογής ήσσονος σπουδαιότητος, έκαστος των συνιδιοκτητών, εκτός εναντίας συμφωνίας, είναι υπόχρεως να συνεισφέρη εις την ανοικοδόμησιν των κοινών πραγμάτων κατ’ αναλογίαν των επ’ αυτών δικαιωμάτων του, αι δε αποζημιώσεις αι εκ της τυχόν υπαρχούσης ασφαλείας, αι ανήκουσαι εις τα βλαβέντα πράγματα, δαπανώνται δια την ανοικοδόμησιν, εκτός αν επ’ ευτών έχουσι δικαίωμα δανεισταί.

3) Εάν εις ή πλείονες των ιδιοκτητών δεν δύνανται ή δεν θέλουσι να συμμετάσχωσιν εις την ανοικοδόμησιν, υποχρεούνται να εκχωρήσωσι, μετά διάγνωσιν πραγματογνωμόνων, το σύνολο των δικαιωμάτων των εις τους άλλους συνιδιοκτήτας ή εις εκείνους εξ αυτών οίτινες ήθελον το ζητήσει.

4) Εάν ουδείς των συνιδιοκτητών θέλη να ανοικοδομήση το ακίνητον εκποιείται και το αντίτιμον ως και το εξ ασφαλείας εισπραχθέν ποσόν καταμερίζεται μεταξύ των ιδιοκτητών κατ΄ αναλογίας της αξίας της εις έκαστον ανηκούσης μερίδους επί των αδιαιρέτων τμημάτων.

Άρθρο 10.

1) Η πώλησις, εκχώρησις, υποθήκευσις ή κατάσχεσις ενός ορόφου ή μέρους τούτοο επεκτείνεται αυτοδικαίως και εις το ανάλογον μερίδιον των κοινών πραγμάτων των παρομαρτούντων αυτώ.
2) Δύναται να εγγραφή υποθήκη επί μέρους οικοδομήματος ου η οικοδόμησις μελετάται απλώς, υπό τον όρο όπως εγγραφή τοιαύτη και επί του αναλόγου τμήματος του εφ’ ου ή οικοδομή θα ανεγερθή εδάφους.

Άρθρο 11.

***Καταργήθη δια του άρθρου 33 Εισαγ. Νόμου Κωδικός Πολιτ. Δικον. Α.Ν. 44/1967).

Άρθρο 12.

Προκειμένου περί ακινήτων πωληθέντων κατ’ ορόφους εις πρόσφυγας παρά του Δημοσίου ή της Επιτροπής Αποκαταστάσεως Προσφύγων, ο εν τω παρόντι Νόμω όρος «αξία οικοδομών» έχει την έννοιαν της αξίας αυτών την προς πρόσφυγας πώλησιν.

Άρθρο 13.

1) Πάσα σύμβασις κανονίζουσα ή μεταβάλλουσα τα αμοιβαία δικαιώματα και υποχρεώσεις των ιδιοκτητών γίνεται δια συμβολαιογραφικού εγγράφου και καταχωρίζεται εις το βιβλίο μεταγραφών.
2) Η καταχώρησις γίνεται εις το περιθώριον των μεταγραφών του τίτλου ιδιοκτησίας.
3) Περιορισμοί της κυριότητας απορρέοντες εκ της τοιαύτης συμβάσεως έχουσι χαρακτήρα δουλείας.

Άρθρο 14.

Η δια του παρόντος αναγνωριζομένη κατ’ ορόφους ή διαμερίσματα τούτων διηρημένη ιδιοκτησία, χωρεί μόνον εφ’ όσον υπάρξη περί αυτής ρητή συμφωνία ή πράξις τελευταίας βουλήσεως.

Άρθρο 15.

Καταργούνται αι διατάξεις του άρθρου 544 του Ιονίου Αστικού Κώδικος, των άρθρων 342-344 του Κρητικού Αστικού Κώδικος, του άρθρου 596 του Σαμιακού Κώδικος, του από 19 Μαρτ. 1927 Ν. Δ/τος, ως και πάσα άλλη διάταξις αντικειμένη εις τον παρόντα Νόμον.

Άρθρο 16.

Η ισχύος του παρόντος άρχεται από την εν τη Εφημερίδι της Κυβερνήσεως δημοσιευσεώς του. Ο παρών Νόμος, ψηφισθείς υπό της Βουλής και παρ’ Ημών σήμερον εκδοθείς, δημοσιευθέτω δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και εκτελεσθήτω ως Νόμος του Κράτους.

****ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Για τη διανομή του ακαλύπτου χώρου μεταξύ συνιδιοκτητών προσφυγικών κτημάτων, βλ. Β.Δ. 15/18 Ιουλ. 1938 «περί κωδικοπ. Της περί αποκαταστάσεως αστών προσφύγων νομοθεσίας» ως ετροποποιήθη υπό του Α.Ν. 2494/1940.

Ν.Δ. 1024 της 12/15.11.1971

Περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου. (Α` 232).

***ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ:Με το νομο 1562/1985 (Α` 150)

δίνεται το δικαίωμα στους συγκυρίους που έχουν τουλάχιστον 65% οικοδομήσιμου οικοπέδου ή γηπέδου, να ζητήσουν δικαστικώς, με τη διαδικασία που ορίστηκε από το νόμο αυτό και αν συντρέχουν περιπτώσεις αναπόφευκτης ανάγκης ή φανερής ωφέλειας για όλους τους συγκυρίους, την ανοικοδόμηση του ως άνω οικοπέδου ή γηπέδου τους κατά το γνωστό σύστημα της αντιπαροχής.

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Κατά την παρ.5 άρθρ.26 Ν.2831/2000:

» 5. Σε οικόπεδο που έχει εκδοθεί οικοδομική άδεια πριν τη μεταβολή γενικών ή ειδικών διατάξεων που αφορούν στην επιτρεπόμενη κάλυψη και που κατά το χρόνο έκδοσης είχε ήδη συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία κατά τις διατάξεις του ν. 1024/1971 (ΦΕΚ 232 Α` ),

ο ή οι συνιδιοκτήτες μπορούν να χρησιμοποιήσουν ποσοστό της νέας επιτρεπόμενης κατά το αναλογούν σε αυτούς ποσοστό συνιδιοκτησίας».

*** ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Βλ ΠΔ 250/2003 σχ. με την υπαγωγή στις διατάξεις του παρόντος των τουριστικών καταλυμάτων της παρ.13 άρθρ.39 Ν.3105/2003.

`Αρθρον 1.

1. Εν τη εννοία του άρθρου 1 του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κώδικος δύναται να συσταθή διηρημένη ιδιοκτησία και επί πλειόνων αυτοτελών οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου ανήκοντος εις ένα ή πλείονας ως και επί ορόφων ή μερών των οικοδομημάτων τούτων, επιφυλασσομένων των πολεοδομικών διατάξεων.

*** ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Με την παρ.2 άρθρ.27 Ν.2831/2000 ορίζεται ότι:

» 2. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν.δ. 1024/1971 (ΦΕΚ 323 Α`) εφαρμόζονται και σε γήπεδα εκτός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου για τα οποία έχουν καθορισθεί ειδικοί όροι δόμησης κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 9 του από 17.7/16.8.1923 ν.δ. (ΦΕΚ 228 Α`), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του α.ν.62511968 και έχει εκδοθεί οικοδομική άδεια μέχρι τη δημοσίευσή του v. 2052/1992 που δεν έχει ανακληθεί ή ακυρωθεί για οποιονδήποτε λόγο. Η τήρηση του όρου της έκδοσης της οικοδομικής άδειας πριν από την ισχύ του ν. 2052/1992 δεν απαιτείται σε όσες περιπτώσεις στο σχετικό με την έγκριση των όρων δόμησης προεδρικό διάταγμα αναφέρεται ότι έγινε παραχώρηση τμήματος των ακινήτων στον οικείο οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων. Οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται και σε εκτός σχεδίου εκτάσεις στις οποίες έχουν καθορισθεί όροι και περιορισμοί δόμησης και εγκρίθηκαν η θέση και η διάταξη κτιρίων, σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου Δ (οικοδομικό σύστημα ελευθέρας δομήσεως) του ν.δ. 8/1973 (ΦΕΚ 124 Α`).»

«2. Η προηγούμενη παράγραφος 1 εφαρμόζεται μόνο επί οικοπέδων κειμένων εντός σχεδίων πόλεων, εντός ορίων οικισμών προ του 1923, καθώς και εντός ορίων οικισμών κάτω των 2.000 κατοίκων, που καθορίζονται βάσει του από 24.4.1985 π.δ. (ΦΕΚ 181 Δ`), όπως ισχύει. Συστάσεις διηρημένων ιδιοκτησιών σε οικόπεδα, που βρίσκονται μέσα τους ανωτέρω οικισμούς, που έγιναν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, είναι έγκυρες, εκτός αν κηρύχθηκαν άκυρες με αμετάκλητη δικαστική απόφαση».

*** Η παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 6, παρ.2, εδάφ.α` του Ν.2052/1992 (Α 94).

`Αρθρον 2.

Διηρημένη ιδιοκτησία επί των περιπτώσεων των προβλεπομένων υπό του Ν. 3741/1929 «περί της ιδιοκτησίας κατ` ορόφους» ή του παρόντος, συνιστάται είτε δια δικαιοπραξίας εν ζωή ή αιτία θανάτου του κυρίου του οικοπέδου είτε δια συμβάσεως των τυχόν συγκυρίων αυτού.

`Αρθρον 3.

Συστάσεις διηρημένων κατά το παρόν Νομοθετικόν Διάταγμα ιδιοκτησιών, γενόμεναι μέχρι της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος, είναι έγκυροι, πλην αν εχώρησε κήρυξις της ακυρότητος τούτων δια δικαστικής αποφάσεως καταστάσης αμετακλήτου.

«Αρθρο 4

1. Κάθε δικαιοπραξία, με την οποία συνιστάται διηρημένη κατά το παρόν νομοθετικό διάταγμα ιδιοκτησία μετά τη δημοσίευση του παρόντος και κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος νόμου, είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρη.

«2. Στους παραβάτες των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου και ειδικότερα στους δικαιοπρακτούντες, στους συντάσσοντες τεχνικά σχέδια, στους μεσίτες, στους συμβολαιογράφους, που συντάσσουν συμβόλαια κατά παράβαση της διάταξης αυτής, στους δικηγόρους που παρίστανται κατά τη σύνταξη των συμβόλαιων αυτών και στους υποθηκοφύλακες, που μεταγράφουν τέτοια συμβόλαια, επιβάλλεται διοικητική ποινή προστίμου υπέρ του Ε.Τ.Ε.Ρ.Π.Σ.. Το πρόστιμο αυτό ορίζεται, για καθένα από τα ανωτέρω πρόσωπα, ίσο με την αξία ολόκληρου του ακινήτου, επί του οποίου συνιστάται ακύρως διηρημένη ιδιοκτησία και υπολογίζεται προς δέκα χιλιάδες (10.000) δραχμές ανά τετραγωνικό μέτρο γης. Το ποσό αυτό μπορεί να αναπροσαρμόζεται με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Εργων. Με όμοια απόφαση καθορίζεται ο τρόπος και η διαδικασία επιβολής και είσπραξης του προστίμου και κάθε σχετική λεπτομέρεια. Τα ως άνω πρόσωπα, καθώς και τα πρόσωπα της επόμενης παραγράφου, τιμωρούνται με τις ποινές που προβλέπει η παράγραφος 8 του άρθρου 17 του ν.1337/1983».

***Η παρ.2 αντικαταστάθηκε ως άνω με την παρ.16 του άρθρου 3 του

Ν.2242/1994 (Α 162). Σύμφωνα με το άρθρο 30 του Ν.2166/93, ΦΕΚ 137 Α/24.8.93, «οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του ν.δ.

1024/1971(ΦΕΚ 323 Α`), που προστέθηκε με το άρθρο 6 παρ. 2β του ν.

2052/1992 (ΦΕΚ 94/Α`), έχουν εφαρμογή και με την εκτέλεση των έργων του Φυσικού Αερίου και των εγκαταστάσεων αυτού.

Η επίταξη και στην απαλλοτριωθείσα έκταση επιβάλλεται με απόφαση του Υπουργού Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας, η προεκτίμηση δε των ζημιών στα υπερκείμενα των ιδιοκτησιών θα γίνει από επιτροπή υπαλλήλων, που συγκροτεί για το σκοπό αυτόν ο οικείος νομάρχης με απόφασή του».

3. Εαν η κατά παράβαση πράξη ενεργείται από οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο, για λογαριασμό ή κατά εντολή του, επιβάλλεται το πρόστιμο της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου στα όργανα ή τους εκπροσώπους του νομικού προσώπου, οι οποίοι αποφάσισαν και υλοποίησαν την πράξη αυτή».

***Το εντός » » άρθρο 4 προστέθηκε ως άνω με το άρθρο 6 παρ.2 εδ.β` του Ν.2052/1992 (Α 94).

***ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ:Στην προστεθείσα περ.γ` της παρ.2 του άρθρου 6 του Ν.2052/1992 (ΦΕΚ Α 94) προφανώς από λάθος του νομοθέτη γίνεται μνεία εφαρμογής της παρ.20 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου δεδομένου ότι α) δεν υπάρχει παράγραφος 20 στο άρθρο αυτό και β) το ρυθμιζόμενο θέμα δεν σχετίζεται με το Ν.Δ.1024/1971. Από την μελέτη των στοιχείων πιθανολογείται ότι η ως άνω ρύθμιση αφορά την παρ.20 του άρθρου 6 του Ν.2052/1992 και κατ` επέκταση το άρθρο 5 του Ν.1838/1951.

`Αρθρον 5.

Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτού δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.

***Το άνω άρθρο 5 (πρώην άρθρο 4) έλαβε την νέα αρίθμηση 5 ως άνω με το άρθρο 6 παρ.2 εδ.β` του Ν.2052/1992 (Α 94).

Νόμος 1562/1985 άρθρο 9 περι δημιουργίας η τροποποίησης κανονισμού πολυκατοικίας

Άρθρο 9.
Αν υπάρχει ήδη χωριστή κατά ορόφους ή διαμερίσματα ιδιοκτησία, δεν έχει όμως καταρτισθεί κανονισμός των σχέσεων των συνιδιοκτητών, η πλειοψηφία τουλάχιστον 60 % των συγκυρίων δικαιούται να ζητήσει δικαστικώς, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των προηγουμένων άρθρων, να καταρτιστεί κανονισμός, εφόσον είναι αναγκαίος για τον καθορισμό των σχέσεων των συνιδιοκτητών. Κατά τον ίδιο τρόπο και με πλειοψηφία τουλάχιστον 65 % των συγκυρίων μπορεί να επιτραπεί η συμπλήρωση ή και η τροποποίηση του κανονισμού, όπου εμφανίζει ελλείψεις που εμποδίζουν τη λειτουργία της συνιδιοκτησίας ή τη χρήση των χωριστών ιδιοκτησιών σύμφωνα με τον προορισμό του ακινήτου.

ΝΟΜΟΣ: 960/79
Περί επιβολής υποχρεώσεων προς δημιουργίαν χώρων σταθμεύσεως αυτοκινήτων δια την εξυπηρέτησιν των κτιρίων και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων.
(ΦΕΚ 194/Α/25-08-79)
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Ψηφισάμενοι ομοφώνως μετά της Βουλής, απεφασίσαμεν:

Άρθρο 1
1. Διά την ανέγερσιν των κτιρίου επιβάλλεται η εκπλήρωσις των κατά τας διατάξεις του παρόντος υποχρεώσεων προς δημιουργίαν χώρων σταθμεύσεως αυτοκινήτων.
2. Αι κατά την προηγουμένην παράγραφον υποχρεώσεις του κυρίου ή των συγκυρίων του ακινήτου δύναται να εκπληρούνται εν όλω ή εν μέρει:
α) Διά δημιουργίας επί εστεγασμένων ή μη χώρων, των απαιτουμένων θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτων επί του αυτού γηπέδου, εφ’ ου το κτίριον.
β) Δια δημιουργίας των ως άνω χώρων εις ετέρον κατάλληλον ακίνητον μη απέχον του εξυπηρετουμένου κτιρίου πλέον των χιλίων πεντακοσίων (1.500) μέτρων, εκτός αν άλλως ορίζεται υπό των κατά τας παρ. 1 και 2 του επομένου άρθρου Π.Δ/των ή των κατά την παρ.4 του αυτού άρθρου αποφάσεων.
γ) Δια της καταβολής χρηματικής εισφοράς αναλόγως των απαιτούμενων δια το εξυπηρετούμενον κτίριον θέσεων στάθμευσης αυτοκινήτων. Η εισφορά αυτή υπολογιζόμενη κατά το άρθρον 5, καταβάλλεται ως συμμετοχή δια την κατασκευήν δημοσίας χρήσεως χώρων σταθμεύσεως αυτοκινήτων κατά τα ειδικώτερον εις το άρθρον 6 οριζόμενα.
Η εκπλήρωσις των υποχρεώσεων τούτων αποτελεί προϋπόθεσιν δια την έκδοσιν της αδείας οικοδομής.
3.Εις τας περιπτώσεις α και β της προηγούμενης παραγράφου οι χώροι σταθμεύσεως αυτοκινήτων ανήκουν κατά κυριότητα εις τον κύριον ή τους συγκυρίους του εξυπηρετούμενου κτιρίου ή εκάστης οπ’αυτού διηρημένης ιδιοκτησίας και δεν δύνανται να είναι ιδιαιτέρως αντικείμενον κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, εφ’όσον χρόνο υφίσταται το εξυπηρετούμενον κτίριον. Κατ’εξαίρεσιν επιτρέπεται η αυτοτελής μεταβίβασης της κυριότητος ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος επί του τοιούτου χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων εάν υπέρ του δια του χώρου τούτου εξυπηρετούμενου κτιρίου ή διηρημένης ιδιοκτησίας εξασφαλίζεται συμφώνως προς τας ειδικωτέρας προϋποθέσεις της παραγράφου ταύτης, έτερος εν λειτουργία τοιούτος χωρίς πληρών τας απαιτήσεις του παρόντος νόμου.
4. Εις τας περιπτώσεις ακινήτων τα οποία εμπίπτουν εις τας απαγορεύσεις δημιουργίας χώρου στάθμευσης ως αυταί καθορίζονται υπό των Π.Δ/των των παρ.1 και 2 του άρθρου 2 και των αποφάσεων της παρ.4 του αυτού άρθρου 2 του παρόντος, εφαρμόζεται μόνον η περίπτωσις β ή γ της παρ.2 του παρόντος άρθρου ή και μόνο η περίπτωσις γ.
5. Δια των κατά τας παρ.1 και 2 του άρθρου 2 Π/Δτων η των αποφάσεων της παρ.4 του αυτού άρθρου δύναται, μετ’εκτίμησιν των κυκλοφοριακών και πολεοδομικών συνθηκών, να αποκλείεται, εν μέρει ή εν όλω, η εφαρμογή των περιπτώσεων β και γ της παρ.2 του παρόντος άρθρου εις τας περιπτώσεις κτιρίων μη χρησιμοποιουμένων αμιγώς δια κατοικίαν, τα οποία ως εκ της χρήσεως των προκαλούν ηυξημένην κίνησιν οχημάτων, ως επίσης και εις τας περιπτώσεις μεγάλων συγκροτημάτων προοριζομένων δια κατοικίας. Η δι’οιονδήποτε λόγον αδυναμία εκπληρώσεως της κατά την παρούσαν παράγραφον υποχρεώσεως συνεπάγεται την μη χορήγησιν της αδείας οικοδομής.
Άρθρο 2
1. Δια Π/Δτος εκδιδομένου προτάσει του Υπουργού Δημοσίων Έργων μετά γνώμην του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων καθορίζονται, δια περιοχάς εντός της Μείζονος Περιοχής Πρωτευούσης ο απαιτούμενος αριθμός των θέσεων σταθμεύσεως και τα της αναγωγής αυτών είς επιφάνειαν χώρου σταθμεύσεως κατά κατηγορίας οχημάτων ανά κτίριον ή διηρημένην επ’αυτού ιδιοκτησίαν βάσει της χρήσεως και της θέσεως των κτιρίων, του μεγέθους αυτών, ως και των εν γένει κυκλοφοριακών, πολεοδομικών και οικονομικών συνθηκών των εν λόγω περιοχών. Κατά την τυχόν τροποποίησιν του Δ/τος τούτου, δεν δύναται να μειούται ο διά του προγενεστέρου καθορισθείς απαιτούμενος αριθμός θέσεων σταθμεύσεως οχημάτων.
2. Δι’ ομοίων Π.Δ/των εκδιδομένων κατά την διαδικασίαν και τα κριτήρια της προηγουμένης παραγράφου, καθορίζονται ανώτατα και κατώτατα όρια του απαιτουμένου αριθμού θέσεων σταθμεύσεως και διά τας άλλας πόλεις ή οικισμούς, έχοντας εγκεκριμένον ρυμοτομικόν σχέδιον ή μη, ή τμήματα αυτών ή κτίρια ανεγειρόμενα εκτός ρυμοτομικών σχεδίων και εκτός νομίμως υφισταμένων οικισμών. Κατά την τυχόν τροποποίησιν των Δ/των τούτων, δεν δύνανται να μειούνται τα διά των προγενεστέρων καθορισθέντα ανώτατα και κατώτατα όρια του απαιτουμένου αριθμού θέσεως σταθμεύσεως οχημάτων.
3. Διά Π.Δ/των εκδιδομένων προτάσει του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος μετά γνώμην του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων ως και του οικείου Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου ή μετά πάροδον απράκτου μηνιαίας προθεσμίας αφ’ ης εζητήθη η τελευταία αύτη γνώμη, δύναται διά τας κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου καθοριζομένας περιοχάς να απαγορεύεται, εν όλω ή εν μέρει, η δημιουργία χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτων εις περιοχάς ή τμήματα αυτών ή συγκεκριμένας οδούς και πλατείας ή μεμονωμένα οικόπεδα λόγω χρήσεως, εμβαδού και διαστάσεων αυτών ή διότι λόγοι πολεοδομικοί, κυκλοφοριακοί, αισθητικοί, προστασίας περιβάλλοντος, επιβάλλουν τούτο ή διότι υφίστανται εις την περιοχήν επαρκείς χώροι δημοσίας χρήσεως σταθμεύσεως αυτοκινήτων. Εις τας περιπτώσεις ταύτας εφαρμόζεται η περίπτωσις β και γ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 ή και μόνο η περίπτωσις γ. Δια των αυτών Π.Δ/των δύναται να επιβάλλωνται υποχρεώσεις ως προς το είδος του χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτων (εστεγασμένου υπεργείου ή υπογείου ή υπαιθρίου), αναλόγως των ως άνω πολεοδομικών και λοιπών συνθηκών της περιοχής ως και να ρυθμίζεται παν συναφές προς τα’ανωτέρω θέμα.
4. Δια αποφάσεων του οικείου Νομάρχου, εκδιδομένων μετά γνώμην του οικείου Δημοτικού ή Κοινοτικού Συμβουλίου ή μετά πάροδον απράκτου μηνιαίας προθεσμλιας, αφ’ης εζητήθη η γνώμη αύτη και των οποίων το περιεχόμενον, η διαδικασία εκδόσεως και πάσα συναφής λεπτομέρεια καθορίζονται ειδικώτερον διά των κατά την παρ. 2 του παρόντος άρθρου Π.Δ/των, ορίζονται, δι’ έκαστον οικισμόν ή τμήμα τούτου ή συγκεκριμένας οδούς και πλατείας ή μεμονωμένα οικόπεδα ή εκτός οικισμού περιοχάς ή τμήματα ή θέσεις τούτων, ο εντός των ορίων των κατά τα ανωτέρω Π.Δ/των απαιτούμενος αριθμός των θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτων, αι ειδικώτεραι θέσεις εις τας οποίας απαγορεύεται η δημιουργία χώρων σταθμεύσεως ως και πάσα άλλη λεπτομέρεια εφαρμογής του παρόντος μη καθοριζομένη ειδικώς διά την εν λόγω περιοχήν υπό των Δ/των τούτων. Κατά την έκδοσιν των ανωτέρω αποφάσεων λαμβάνονται υπ’ όψιν, αι εις εκάστην περίπτωσιν κυκλοφοριακαί, πολεοδομικαί, αισθητικαί και λοιπαί τοπικαί συνθήκαι, ως και αι συνθήκαι προστασίας του περιβάλλοντος.
Άρθρο 3
1. Εις περίπτωσιν προσθήκης καθ’ ύψος ή επέκτασιν υφισταμένου κτιρίου αι θέσεις σταθμεύσεως υπολογίζονται βάσει της επιφανείας προσθήκης του κτιρίου κατά τα ειδικώτερον οριζόμενα υπό των Π.Δ/των του άρθρου 2 του παρόντος.
Δια των Π. Διαταγμάτων τούτων δύνανται να καθορίζωνται αι περιπτώσεις προσθηκών επί υφισταμένων κτιρίων αι μη υπαγόμεναι εις τας υποχρεώσεις του παρόντος νόμου.
Το συνολικόν εμβαδόν των προσθηκών τούτων δεν δύναται να υπερβαίνη τα ογδόντα (80) τετραγωνικά μέτρα, το δε συνολικόν εμβαδόν του υφισταμένου κτιρίου, επί του οποίου η προσθήκη, τα διακόσια (200) τετραγωνικά μέτρα.
2. Εις περίπτωσιν μεταβολής της χρήσεως των κτιρίων ή μέρους αυτών, συνεπαγομένης αύξησιν των απαιτούμενων υπό των διατάξεων του παρόντος θέσεων σταθμεύσεως,
επιβάλλεται η δημιουργία των επί πλέον θέσεων σταθμεύσεως, άνευ της οποίας απαγορεύεται υπό της Αρχής η τοιαύτη νέα χρήσις. Οι παραβάται τιμωρούνται κατά τας διατάξεις του άρθρου 458 του Ποινικού Κώδικος και υπόκεινται είς πρόστιμον ίσον προς το τριπλάσιον της εισφοράς, ήτις αντιστοιχεί εις τας ως άνω επί πλέον θέσεις σταθμεύσεως κατά τον χρόνον της επιβολής του προστίμου. Δια το πρόστιμον τούτο εφαρμόζονται κατά τα λοιπά αι διατάξεις της επομένης παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου. Εις την περίπτωσιν της παρούσης παραγράφου προκειμένου περί χρήσεων δια τας οποίας απαιτείται κατά τας οικείας διατάξεις η χορήγησις αδείας οιαδήποτε Αρχής, η άδεια αύτη δεν χορηγείται άνευ της κατά τα ανωτέρω εκπληρώσεως των υποχρεώσεων προς δημιουργίαν των θέσεων σταθμεύσεως.
3. Δια την μεταβολήν χρήσεως των κατά τας διατάξεις του παρόντος χώρων σταθμεύσεως αυτοκινήτων, εκτελουμένην αυθαιρέτως, οι παραβάται τιμωρούνται κατά τας διατάξεις του άρθρου 458 του Ποινικού Κώδικος και υπόκεινται εις την επιβολήν προστίμου ίσου προς το τριπλάσιον της κατά το άρθρον 5 του παρόντος εισφοράς, ήτις αντιστοιχεί εις τον υπ’όψιν χώρον σταθμεύσεως κατά τον χρόνο επιβολής του προστίμου. Το πρόστιμον επιβάλλεται δια πράξεως του αρμοδίου ως εκ της θέσεως του ακινήτου Οικονομικού Εφόρου, κατόπιν εκθέσεως αρμοδίου υπαλλήλου της οικείας Οικονομικής Εφορίας, δια της οποίας διαπιστούται η μεταβολή της χρήσεως. Τυχόν απαιτούμενα τεχνικά στοιχεία δύναται να ζητηθούν από τας αρμόδιας Πολεοδομικάς Αρχάς. Δια την βεβαίωσιν και είσπραξιν του προστίμου και την επίλυσιν των εκ της επιβολής αυτού διαφορών, εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις της περί φορολογίας μεταβιβάσεως ακινήτων και πλοίων νομοθεσίας.
4. Ο αυτογνωμόνως καταλαμβάνων χώρον σταθμεύσεως, προβλεπόμενον υπό του παρόντος νόμου, τιμωρείται κατά τας διατάξεις του άρθρου 6 παράγραφος 2 του Ν. 894/1979 «περί τροποποιήσεως διατάξεων τινών του δια του Ν. 614/1977 κυρωθέντος Κώδικος Οδικής Κυκλοφορίας» του εν αυτώ προβλεπόμενου προστίμου δεκαπλασιαζομένου υπό την προϋπόθεσιν ότι υφίσταται σήμανσις του ως άνω χώρου σταθμεύσεως.
Άρθρο 4
1. Δύναται να επιβάλλεται η κατά τους ορισμούς των άρθρων 1 και 2 υποχρέωσις προς δημιουργίαν χώρων σταθμεύσεων αυτοκινήτων και επί υφισταμένων προ της ενάρξεως εφαρμογής του παρόντος κτιρίων κειμένων εντός ή εκτός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, εφ’ όσον τα κτίρια ταύτα, ως εκ της χρήσεως των προκαλούν ηυξημένην κίνησιν οχημάτων εκ της οποίας παρακωλύεται η κυκλοφορία ή εν γένει η λειτουργικότης της περιοχής ή θίγεται αισθητώς το φυσικόν και πολιτιστικόν περιβάλλον. Η εφαρμογή των διατάξεων της παρούσης παραγράφου ενεργείται εις εκάστην συγκεκριμένην περίπτωσιν διά Π.Δ/των εκδιδομένων κατά την διαδικασίαν των διατάξεων του άρθρου 3 του Ν.Δ. της 17 Ιουλ./16 Αυγ. 1923 «περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του Κράτους και οικοδομής αυτών». Η έκδοσις των Δ/των τούτων χωρεί μετά την δι’ εκθέσεως των αρμοδίων πολεοδομικών υπηρεσιών του Υπουργείου Δημοσίων Εργων διαπίστωσιν της συνδρομής των κατά τα άνω προυποθέσεων εφαρμογής της παρούσης παραγράφου.
2. Διά των κατά την προηγουμένην παράγραφον Π.Δ/των καθορίζεται πάσα ετέρα συναφής υποχρέωσις των κυρίων ή συγκυρίων ή των εχόντων την εκμετάλλευσιν του κτιρίου, τάσσεται προθεσμία διά την εκπλήρωσιν υπό των εν λόγω ενδιαφερομένων των ως άνω επιβαλλομένων υποχρεώσεων και ρυθμίζεται εν γένει πάσα λεπτομέρεια εφαρμογής του παρόντος άρθρου. Παρερχομένης απράκτου της ως άνω τασσομένης προθεσμίας εφαρμόζονται κατά των υποχρέων η διακοπή χρήσεως και επιβολή ποινής και προστίμου της παρ. 3 του άρθρου 3 του παρόντος.
Άρθρο 5
1. Η κατά την περίπτωσιν γ της παρ. 2 του άρθρου 1 εισφορά υπολογίζεται βάσει του συνολικού αριθμού των απαιτουμένων διά το ανεγειρόμενον κτίριον θέσεων σταθμεύσεως, μειουμένου κατά τον αριθμόν θέσεων των εξασφαλιζομένων κατά τας περιπτώσεις α και β της αυτής παραγράφου 2 του άρθρου 1.
2. Το ποσόν της εισφοράς ανά θέσιν σταθμεύσεως ιδιωτικής χρήσεως επιβατικού
αυτοκινήτου υπολογίζεται εις δραχμάς, βάσει της αξίας γης ανά τετραγωνικόν μέτρον γηπέδου, εφ’ ου το κτίριον και αναλόγως του ισχύοντος διά το υπ’ όψιν γήπεδον συντελεστού δομήσεως ως εξής:
α) Διά συντελεστήν δομήσεως μικρότερον ή ίσον προς τον αριθμόν ένα (1) η ανά θέσιν σταθμεύσεως εισφορά παθορίζεται ίση προς το 20πλάσιον της αξίας του τετραγωνικού μέτρου γής.
β) Διά συντελεστήν δομήσεως μεγαλύτερον του ένα (1) η ανά θέσιν σταθμεύσεως εισφορά καθορίζεται ίση προς το 20πλάσιον της αξίας του τετραγωνικού μέτρου γής, διηρημένου δια του αντίστοιχου συντελεστού δομήσεως και πάντως ούχι μικροτέρα του πενταπλάσιου της αξίας ταύτης.
3.Προκειμένου περί ακινήτων διά τα οποία εφαρμόζεται υποχρεωτικώς μόνον η περίπτωσις γ της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του παρόντος η εισφορά καθορίζεται εις τα έξι δέκατα (6/10) της κατά την προηγούμενην παράγραφον προκυπτούσης.
4. Η εισφορά εισπράττεται ως δημόσιον έσοδον αποδιδόμενον εις το «Ειδικόν Ταμείον Εφαρμογής Ρυθμιστικών και Πολεοδομικών Σχεδίων» (ΕΤΕΡΠΣ), διατίθεται κατά τα ειδικώτερον εν άρθρω 6 οριζόμενα, βαρύνει το πρόσωπον επ’ ονόματι του οποίου εκδίδεται η άδεια οικοδομλής και επιστρέφεραι εις περίπτωσιν της δι’ οιονδήποτε λόγον μη εκτελέσεως των υπό της αδείας ταύτης προβλεπομένων εργασιών.
5. Η εισφορά υπολογίζεται, κατά τας παρ.1 και 2 του παρόντος άρθρου, βάσει της αξίας της γης κατά τον χρόνον εκδόσεως της αδείας, ως αύτη λαμβάνεται υπ’ όψιν κατά τας διατάξεις περί φορολογίας μεταβιβάσεως ακινήτων και πλοίων.
Η επί τη δηλουμένη υπό του αιτούντος αξία γης προκύπτουσα εισφορά καταβάλλεται εις το Δημόσιον Ταμείον υπέρ του ΕΤΕΡΠΣ, προ της εκδόσεως της αδείας, και αποδίδεται εις αυτό εντός τριμήνου το αργότερον. Η σχετική δήλωσις απευθύνεται προς τον Οικονομικόν Εφορον το αρμόδιον διά την φορολογίαν μεταβιβάσεως του ακινήτου, ως εκ της θέσεως αυτού. Ο αυτός Οικονομικός Εφορος καθίσταται αρμόδιος διά τον προσδιορισμόν της αγοραίας αξίας (προσωρινόν και οριστικόν) και διά την βεβαίωσιν της διαφοράς της προκυπτούσης μετ’ έλεγχον της δηλωθείσης αξίας της γης βάσει των στοιχείων, ως προς τον απαιτούμενον αριθμόν θέσεων σταθμεύσεως, των σημειουμένων επί της δηλώσεως του ενδιαφερομένου υπό της αρμοδίας διά την έκδοσιν της αδείας Πολεοδομικής Υπηρεσίας. Διά την βεβαίωσιν και είσπραξιν της εισφοράς και διά την επίλυσιν των εκ της επιβολής αυτής διαφορών εφαρμόζονται αναλόγως αι διατάξεις της περί φορολογίας μεταβιβάσεως ακινήτων και πλοίων νομοθεσίας. Η βεβαιουμένη διαφορά εισφοράς εισπρέττεται υπό των Δημοσίων Ταμείων κατά τας περί των Δημοσίων Εσόδων κειμένας διατάξεις και αποδίδεται το αργότερον εντός τριμήνου εις το ΕΤΕΡΠΣ.
Ο αιτών την άδειαν δύναται να καταβάλη προ της εκδόσεως αυτής μόνον το ήμισυ της βάσει της δηλώσεως του εισφοράς. Το έτερον ήμισυ της εισφοράς εις την περίπτωσιν ταύτην βεβαιούται εις βάρος του και τυγχάνει καταβλητέον προ της οιασδήποτε παροχής ηλεκτρικού ρεύματος εις το ακίνητον υπό της Δημοσίας Επιχειρήσεως Ηλεκτρισμού, εξαιρουμένης της εργοταξιακής παροχής και πάντως ουχί πέραν της τριετίας από της καταβολής του πρώτου ημίσεος.
Δια την ασφάλειαν της απαιτήσεως δια το πιστούμενον τούτο ήμισυ της εισφοράς παρέχεται ισόποσος εγγυητική επιστολή Τραπέζης ή του ΤΣΜΕΔΕ ή εμπράγματος ασφάλεια ή και προσωπικής εγγύησις παρεχομένη υπό του υποχρέου, εάν η τελευταία κρίνεται επαρκής υπό του αρμοδίου Δημοσίου Ταμείου, κατά τα ειδικώτερον οριζόμενα δια των κατά την παράγραφον 7 του παρόντος άρθρου αποφάσεων.
6. Διά την βεβαίωσιν και είσπραξιν υπό των Δημοσίων Ταμείων της διά του παρόντος Νόμου επιβαλλομένης εισφοράς, εφαρμόζονται αι διατάξεις του Β.Δ. 757/1969 «περί της διαρθρώσεως των Δημοσίων Ταμείων κλπ.» και του Ν.Δ. 356/1974 «περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων»
7. Διά κοινών αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Δημοσίων Έργων δύναται να ρυθμίζωνται πάντα τα θέματα τα οποία ανάγονται εις την βεβαίωσιν, είσπραξιν και απόδοσιν της εισφοράς.
Άρθρο 6
1. Το κατά τας διατάξεις του προηγουμένου άρθρου έσοδον του ΕΤΕΡΠΣ, ως και το προιόν των κατά τας παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 3 και παρ. 2 του άρθρου 4 του παρόντος προστίμων τα οποία επίσης περιέρχονται εις το ΕΤΕΡΠΣ, διατίθενται αποκλειστικώς διά την δημιουργίαν δημοσίας χρήσεως χώρων σταθμεύσεως αυτοκινήτων, προς εξυπηρέτησιν της περιοχής εξ ης τούτο προέρχεται. Προς τούτο χρηματοδοτούνται ή δανειοδοτούνται υπό του ΕΤΕΡΠΣ κατά προτεραιότητα α) Δήμοι ή Κοινότητες ή Δημοτικαί ή Κοινοτικαί Επιχειρήσεις, β) Δημόσιαι Επιχειρήσεις, γ) Οργανισμοί Κοινής Ωφελείας ή και δανειοδοτούνται συνεταιρισμοί ή ιδιωτικαί επιχειρήσεις.
Το ήμισυ των ανωτέρων προστίμων αποδίδεται υπό του ΕΤΕΡΠΣ εντός τριμήνου εις τους οικείους Δήμους ή Κοινότητας χρησιμοποιούμενον πάντοτε διά τον αυτόν σκοπόν.
2. Από της δημιουργίας δημοσίας χρήσεως χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτων, κατά την ως άνω παράγραφον 1, παρέχεται δικαίωμα προτεραιότητος αποκτήσεως χώρου σταθμεύσεως ή και απλής σταθμεύσεως εις τον χώρον τούτον, διά τους έχοντας καταβάλει το σύνολον της επί τη δηλώσει κατά το άρθρον 5 του παρόντος οφειλομένης εισφοράς, εφ’ όσον ο χώρος σταθμεύσεως δεν απέχει πλέον των 1500 μέτρων από του κτιρίου διά το οποίον κατεβλήθη η εισφορά. Το εκάστοτε καθοριζόμενον χρηματικόν αντάλλαγμα διά την απόκτησιν του χώρου σταθμεύσεως και την παροχήν δικαιώματος σταθμεύσεως εις τους εν λόγω σταθμούς μειούται διά τους κατά την παρούσαν παράγραφον δικαιούχους, ως εξής:
α) Εις τα δυο δέκατα (2/10) εάν η δημιουργία του χώρου σταθμεύσεως και η παροχή του εις αυτόν δικαιώματος σταθμεύσεως πραγματοποιηθούν εντός διετίας από της εκδόσεως της οικονομικής αδείας.
β) Εις τα τέσσερα δέκατα (4/10) εάν αι ανωτέρω προϋποθέσεις πραγματοποιηθούν μετά την διετίαν και μέχρι της τετραετίας και
γ) Εις τα πέντε δέκατα (5/10) εάν αι ανωτέρω προϋποθέσεις πραγματοποιηθούν μετά την τετραετίαν.
3. Διά κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δημοσίων Έργων δύναται να ρυθμισθή παν θέμα αναγόμενον εις την υπό του ΕΤΕΡΠΣ διάθεσιν των εσόδων της εισφοράς διά την περιοχήν εκ της οποίας αύτη προέρχεται.
4. Δι’ ομοίων αποφάσεων καθορίζεται, εις εκάστην συγκεκριμένην περίπτωσιν, παν θέμα αναγόμενον εις την κατά την παρ. 1 του παρόντος άρθρου χρηματοδότησιν ή δανειοδότησιν και τα των όρων τούτων, εις τα της παροχής δικαιώματος σταθμεύσεως εντός των δημοσίας χρήσεως χώρων σταθμεύσεως και πάσα εν γένει συναφής λεπτομέρεια.
5. Αι θέσεις των κατά την παρ.1 του παρόντος άρθρου διά χρηματοδοτήσεως ή δανειοδότησεως υπό του ΕΤΕΡΠΣ ή πρωτοβουλία του Δημοσίου δημιουργουμένων δημοσίας χρήσεως χώρων σταθμεύσεως αυτοκινήτων καθορίζονται συμφώνως προς την διαδικασίαν των άρθρων 3 και 70 του Ν.Δ. από 17 Ιουλίου/16 Αυγούστου 1923 «περί σχεδίων πόλεων κλπ» ή υπό των πολεοδομικών μελετών των εγκρινομένων κατά τον Ν. 947/1979 «περί οικιστικών περιοχών».
Η δημιουργία των χώρων τούτων σταθμεύσεως συνιστά δημοσίαν ωφέλειαν, επιτρεπομένης της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως των προς τούτο απαιτουμένων ακινήτων, υπέρ και δαπάναις του αναλαμβάνοντος την δημιουργίαν του χώρου σταθμεύσεως Δημοσίου ή του ΕΤΕΡΠΣ ή Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοικήσεως ή δημοτικού ή κοινοτικού νομικού προσώπου ή επιχειρήσεως ή δημοσίας επιχειρήσεως ή επιχειρήσεως μικτής οικονομίας ή ετέρου νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου. Εις τας ανωτέρω εταιρείας μικτής οικονομίας δύνανται να συμμετέχουν Δήμοι ή Κοινότητες ή έτεροι δημόσιοι οργανισμοί ή επιχειρήσεις μετά ιδιωτών, ιδία δε των εχόντων διά την συγκεκριμένην περιοχήν, το κατά την παρ. 2 του άρθρ. 6 δικαίωμα προτιμήσεως.
Προκειμένου περί απαλλοτριώσεως υπέρ και δαπάναις αμιγώς ιδιωτικού φορέως, αύτη διενεργείται μόνον εάν ο οικείος Δήμος ή Κοινότης δηλώση ότι δεν ενδιαφέρεται προς δημιουργίαν του συγκεκριμένου χώρου σταθμεύσεως ή εάν παρέλθη άπρακτος δίμηνος προθεσμία από της προς τούτο προσκλήσεως του.
Άρθρο 7
1. Το δια της παρ. 4 του άρθρου 7 του Α. Ν. 239/1967 «περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της «περί φορολογίας εισοδήματος νομοθεσίας και άλλων τινών διατάξεων», προστεθέν εδάφιον μετά το πρώτον εδάφιον της περιπτώσεως α της παρ. 1 του άρθρου 20 του Ν.Δ. 3323/1955 «περί φορολογίας του εισοδήματος», αντικαθίσταται ως ακολούθως: «Το κατά το προηγούμενον εδάφιον πάγιον ποσοστόν εξ 25%, το οποίον εκπίπτεται και εκ του ακαθαρίστου εισοδήματος επί εκμισθουμένων ή ιδιοχρησιμοποιουμένων χώρων σταθμεύσεως αυτοκινήτων, περιορίζεται εις 10% επί εκμισθουμένων ή ιδιοχρησιμοποιουμένων καταστημάτων, γραφείων και αποθηκών, ως και γηπέδων χρησιμοποιουμένων ως χώρων σταθμεύσεως αυτοκινήτων».
2. Η διά της προηγουμένης παραγράφου αντικατασταθείσα διάταξις, ως μετά την αντικατάστασιν ισχύει, εφαρμόζεται επί των από 1ης Ιανουαρίου 1979 και εξής κτωμένων εισοδημάτων.
Άρθρο 8
1. Διά Π.Δ/τος εκδιδομένου εφ’ άπαξ προτάσει του Υπουργού Δημοσίων Εργων, δύνανται να καθορίζωνται, γενικώς ή κατά ισχύοντα συστήματα δομήσεως, ειδικοί όροι ως προς την δόμησιν και διαμόρφωσιν των χώρων σταθμεύσεως αυτοκινήτων. Εις τους ειδικούς τούτους όρους περιλαμβάνονται και ο καθορισμός του ύψους ορόφου και του αριθμού των ορόφων, ο τρόπος υπολογισμού εις τας περιπτώσεις ταύτας του συντελεστού δομήσεως, τα της διαμορφώσεως εις το ισόγειον των εισόδων των χώρων τούτων και της τυχόν ένεκα τούτου καταλήψεως πρασιών τα της προεκτάσεως των χώρων τούτων εις τους υποχρεωτικώς ακαλύπτους χώρους, ως και πάσα συναφής λεπτομέρεια. Διά του Π.Δ/τος τούτου δύναται να προβλέπεται η δι’ αποφάσεων του Υπουργού Δημοσίων Έργων ειδικωτέρα ρύθμισις των θεμάτων τούτων προκειμένου περί οικισμών χαρακτηρισθέντων ως παραδοσιακών, γενικώς ή δι’ ένα έκαστον των οικισμών τούτων.
2. Το διά του άρθρου 20 του Ν.Δ. 3334/1955 «περί μεταφοράς αγαθών επί κομίστρω διά φορτηγών τριτρόχων αυτοκινήτων και τροποποιήσεως και συμπληρώσεως διατάξεων αναφερομένων εις θέματα της Γενικής Διευθύνσεως Μεταφορών» επιβαλλόμενον τέλος καταργείται διά την έκδοσιν αδειών σταθμών αυτοκινήτων. Τα δυνάμει της παρ. 2 του άρθρ. 1 του Ν.Δ. 511/1970 «περί ιδρύσεως και λειτουργίας πρατηρίων υγρών καυσίμων, σταθμών αυτοκινήτων, πλυντηρίων αυτοκινήτων και περί κυκλοφοριακής συνδέσεως εγκαταστάσεων μετά των οδών», εκδιδόμενα Δ/τα ρυθμίζουν ως προς τους σταθμούς αυτοκινήτων πάντα τα αναγόμενα εις την εσωτερικήν διαρρύθμισιν των θέματα, των λοιπών θεμάτων των Δ/των τούτων ρυθμιζομένων εφ’εξής διά των κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου εκδιδομένων Δ/των ή των αποφάσεων της παρ. 4 του άρθρου 2 του παρόντος.
Άρθρο 9
1. Η εφαρμογή των διατάξεων των αρθρ. 1 έως και 6 του παρόντος άρχεται:
α) Διά τας περιοχάς της Μείζονος Περιοχής Πρωτευούσης τας ρυθμιζομένας διά του κατά την παρ. 1 του άρθρου 2 Π.Δ/τος, από της δημοσιεύσεως του Δ/τος τούτου.
β) Διά τας λοιπάς πόλεις τας εχούσας βάσει της απογραφής του 1971 πληθυσμόν άνω των δέκα πέντε χιλιάδων κατοίκων ως και διά το υπόλοιπον του ηπειρωτικού τμήματος του Νομού Αττικής από της δημοσιεύσεως των υπό της παρ. 2 του αυτού άρθρ. 2 προβλεπομένων Π.Δ/των. Εις τας περιπτώσεις ταύτας και μέχρι της εκδόσεως διά τινα περιοχήν των κατά την παρ. 4 του αυτού άρθρ. 2 αποφάσεων, εφαρμόζεται ως υποχρεωτικώς απαιτούμενος αριθμός θέσεων σταθμεύσεως, το κατώτατον όριον τούτων, ως δι’ εκάστην περίπτωσιν καθορίζεται υπό των ανωτέρω Π.Δ/των. Από της δημοσιεύσεως των κατά την παρ. 4 του άρθρ. 2 του παρόντος αποφάσεων, εφαρμόζονται οι ειδικοί ορισμοί τούτων.
γ) Διά τας πόλεις τας εχούσας πληθυσμόν κάτω των δέκα πέντε χιλιάδων κατοίκων και την ύπαιθρον, πλην του υπολοίπου του ηπειρωτικού τμήματος του Νομού Αττικής, από της δημοσιεύσεως ειδικού διά ταύτας ή τινα τούτων Π.Δ/τος, εκδιδομένου ομοίως προτάσει του Υπουργού Δημοσίων Έργων.
2.Δια των κατά τας παρ. 1,2 και 3 του άρθρου 2 του παρόντος, Π.Δ. ή των κατά την παρ.4 του αυτού 2 αποφάσεων δύναται να ορίζεται η ανάλογος εφαρμογή μόνον της περιπτώσεως α της παρ.1 του άρθρου 12 του Ν. 651/1977 «περί καταργήσεως του Ν.Δ. 349/1954, τροποποιήσεως των «περί αυθαιρέτων οικοδομικών κατασκευών διατάξεων κλπ.».
3. Η περίπτωσις β της παρ. 1 του άρθρου 12 του Ν. 651/1977 δύναται να εφαρμόζεται εφ’ εξής κατά τα υπό του αυτού άρθρ. 12 προβλεπόμενα, μόνον διά συμβόλαια ή προσύμφωνα συνταγέντα μέχρι και της 26ης Ιουλίου1979.
4. Το πρώτον εδάφιον της παραγράφου 6 του άρθρου 2 του Ν. 653/1977 αντικαθίσταται ως ακολούθως:
«Της κατά το παρόν άρθρον επιβαρύνσεως απαλλάσσονται τα κατά την τελευταίαν πενταετίαν υπό γεωργικήν εκμετάλλευσιν ακίνητα ή τμήματα τούτων».
5. Διά Π.Δ/τος εφ’ άπαξ εκδιδομένου, προτάσει του Υπουργού Δημοσίων Έργων, καθορίζεται ο χρόνος ισχύος των εκδιδομένων αδειών εκτελέσεως των οικοδομικών εργασιών κατά μέγεθος ή περιπτώσεις οικοδομών, τρόπους οικιστικής αναπτύξεως ή έτερα γενικά κριτήρια. Διά του αυτού Δ/τος καθορίζονται και οι λόγοι της τυχόν παρατάσεως της ισχύος ταύτης, η διαδικασία διαπιστώσεως τούτων και πάσα συναφής λεπτομέρεια.
6. Από της κατά τας προηγουμένας διατάξεις ενάρξεως εφαρμογής το παρόντος, καταργείται η παρ. 4 του άρθρου 9 του Ν.Δ/τος της 17 Ιουλίου/16 Αυγούστου 1923 «περί σχεδίων πόλεων κλπ», ως αύτη προσετέθη διά του άρθρ. 2 του Ν. 551/1977.
Αι παρ. 5 και 6 του αυτού άρθρου καταργούνται από της εκδόσεως των υπό του άρθρ. 8 του παρόντος προβλεπομένων Π.Δ/των, από ταύτης δε η παρ. 7 του αυτού άρθρου 9 του Ν.Δ. 17 Ιουλίου/16 Αυγούστου 1923 αριθμείται ως παρ. 4 αυτού.
Άρθρο 10
Η ισχύς του παρόντος άρχεται από της δημοσιεύσεως αυτού διά της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως.
Ο παρών νόμος ψηφισθείς υπό της Βουλής και παρ’ Ημών σήμερον κυρωθείς, δημοσιευθήτων δια της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως και εκτελεσθήτω ως νόμος του Κράτους.
Εν Αθήναις τη 21 Αυγούστου 1979
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ
ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ
ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΥ
ΚΩΝΣΤ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΑΘ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΥΦΥΠΟΥΡΓΟΣ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΜΑΝΟΣ
Εθεωρήθη και ετέθη η μεγάλη του Κράτους σφραγίς
Εν Αθήναις τη 21 Αυγούστου 1979
Ο ΕΠΙ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ

Άρθρο 1

Υποχρεώσεις ιδιοκτητών για τη συντήρηση ακινήτων.

1. Οι κύριοι, επικαρπωτές ή νομείς κτιρίων οφείλουν να τα διατηρούν σε τέτοια κατάσταση ώστε να μην αποτελούν κίνδυνο ανθρώπων ή ξένων πραγμάτων ή κίνδυνο για τη δημόσια υγεία, να μην προσβάλλουν το φυσικό,το πολιτιστικό και το πολεοδομικό περιβάλλον και γενικότερα να μην υποβαθμίζουν την ποιότητα ζωής της περιοχής τους. Αν οι κύριοι, επικαρπωτές ή νομείς παραλείπουν την υποχρέωσή τους αυτή, μπορεί ναεπεμβαίνει το δημόσιο ή ο οικείος οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και να εκτελεί τις εργασίες, καταλογίζοντας τη σχετική δαπάνησε βάρος των υποχρέων. Οι κάτοχοι των ακινήτων υποχρεούνται ναανέχονται τις παραπάνω επεμβάσεις. Το Δημόσιο ή ο οικείος Ο.Τ.Α. αναλαμβάνει το σύνολο ή μέρος της δαπάνης διατήρησης και ανάπλασης των κτιρίων, ανάλογα με το μέγεθος της δαπάνης και την οικονομική κατάσταση του υπόχρεου κυρίου, επικαρπωτή ή νομέα. Η αύξηση της οικονομικής αξίας του κτιρίου και η αύξηση των προσόδων από την οικονομική του εκμετάλλευση, που οφείλονται στις εργασίες διατήρησης και ανάπλασης του κτιρίου, συμψηφίζονται στην οικονομική ενίσχυση την οποία δικαιούται ο κύριος, επικαρπωτής ή νομέας.

2. Με π.δ., που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, καθορίζεται σε ποιές περιπτώσεις οι κύριοι, επικαρπωτές ή νομείς των κτιρίων οφείλουν να πραγματοποιούν εργασίες για τη διατήρηση ή ανάπλαση τους και ο τρόπος και η διαδικασία επέμβασης του Δημοσίου ή των Ο.Τ.Α. για την εκτέλεση των εργασιών αυτών. Με όμοιο διάταγμα καθορίζονται ο τρόπος κάλυψης της δαπάνης διατήρησης και ανάπλασης των κτιρίων, το ποσοστό συμμετοχής τουΔημοσίου ή των ΟΤΑ στη συνολική δαπάνη σύμφωνα με τα κριτήρια της προηγούμενης παραγράφου, ο τρόπος υπολογισμού, οι όροι, οι προυποθέσεις και ο τρόπος συμψηφισμού της αύξησης της οικονομικής αξίας του ακινήτουκαι των προσόδων από την οικονομική του εκμετάλλευση και κάθε άλλη αναγκαία ρύθμιση για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού. Με το παραπάνω διάταγμα μπορεί να προβλέπεται ότι η κάλυψη της δαπάνης, διατήρησης ή ανάπλασης του κτιρίου επιτυγχάνεται με την παραχώρηση της οικονομικής εκμετάλλευσης του κτιρίου στο Δημόσιο ή τον ΟΤΑ και να καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις της παραχώρησης αυτής.
Άρθρο 2

Ρυμοτομικό σχέδιο οικισμών σε δασικές εκτάσεις.

1. Επιτρέπεται η έγκριση ρυμοτομικού σχεδίου οικισμού κύριας κατοικίας που δημιουργήθηκε μέσα σε δημόσια δασική έκταση εφόσον ηέκταση αυτή εμπίπτει σε μια από τις κατηγορίες δασικών εκτάσεων που προβλέπεται στις περιπτώσεις γ, δ και ε της παραγράφου 1 του άρθρου 4 του Ν 998/1979 «Περί προστασίας των δασών και δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας» (ΦΕΚ 289).

2. Η έγκριση του σχεδίου οικισμού κύριας κατοικίας, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, γίνεται αποκλειστικά στο μέτρο που απαιτούν οι στεγαστικές ανάγκες των μόνιμων κατοίκων τους και με τον όρο ότι θα επιδιώκεται εκάστοτε η διατήρηση και ανάπτυξη στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό της δασικής βλάστησης των δασικών εκτάσεων πουπεριλαμβάνονται στο σχέδιο του οικισμού και θα επιβάλλονται για το σκοπό αυτό ειδικές υποχρεώσεις στους ιδιοκτήτες και στο φορέα πουτυχόν αναλαμβάνει την οικιστική διαμόρφωση της περιοχής.

3. Στην πιο πάνω περίπτωση η έγκριση του σχεδίου γίνεται μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 1337/1983 (ΦΕΚ 33) και το γενικό πολεοδομικό σχέδιο εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος.
Άρθρο 3

Καθορισμός χρήσεων παραχωρούμενων δημόσιων εκτάσεων.

1. Η εκποίηση, η παραχώρηση και η μίσθωση, καθώς και κάθε άλλη παραχώρηση της χρήσης εκτάσεων γης, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις από το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α. ή τα Ν.Π.Δ.Δ. και τα Ν.Π.Ι.Δ. του δημόσιου τομέα, όπως προσδιορίζονται στο άρθρο 1 παρ. 6 του Ν 1256/1982 (ΦΕΚ65) γίνεται αφού προσδιορισθεί η χρήση των εκτάσεων αυτών και εφόσον ο σκοπός των παραπάνω πράξεων δεν είναι αντίθετος με τη χρήση αυτή. Οταν η χρήση αυτη δεν έχει προσδιοριστεί με εγκεκριμένο σχέδιο πόλης ή άλλο νόμιμο τρόπο, ο προσδιορισμός γίνεται με απόφαση του νομάρχη. Η παραπάνω απόφαση δεν είναι αναγκαία όταν ο σκοπός της παραχώρησης της χρήσης ή μίσθωσης δεν μεταβάλλει την υφισταμένη χρήση των εκτάσεων. Η απόφαση του νομάρχη εκδίδεται ύστερα από γνώμη της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής και γνώμη είτε του δημοτικού ή του κοινοτικού συμβουλίου είτε του διοικητικού συμβουλίου των παραπάνω Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ. του δημόσιου τομέα. Εφόσον οι παραπάνω γνώμες δεν έχουν υποβληθεί στο νομάρχη εντός 60 ημερών από της λήψεως του σχετικού ερωτήματος από το δήμο ή την κοινότητα ή Ν.Π.Δ.Δ. και Ν.Π.Ι.Δ., ο νομάρχης προχωρεί στην έκδοση της απόφασης και χωρίς αυτές. Η πολεοδομική αρχή οφείλει να λαμβάνει υπόψη της τις μελέτες για χρήσεις γης που τυχόν υπάρχουν για την περιοχή. Η απόφαση του νομάρχη δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μόνο στις περιπτώσεις που αφορά εκποίηση ή δωρεάν παραχώρηση εκτάσεων.

2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν εφαρμόζονται στις μισθώσεις δημόσιων ή κοινοτικών εκτάσεων για αγροτική χρήση (γεωργική, κτηνοτροφική – δασική – αλιευτική).

3. Αν μέσα σε ένα χρόνο από τη δημοσίευση του νόμου αυτού αποδοθούν στο Δημόσιο ή τους Ο.Τ.Α. τα δημόσια κτήματα, οι κοινόχρηστοι χώροι και τα τμήματα αιγιαλού και παραλίας, που εχουν καταληφθεί αυθαίρετα ή με οποιοδήποτε τρόπο μεταβληθεί χωρίς άδεια ή και με υπέρβαση άδειας της αρμόδιας αρχής μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού, εξαλείφεται το αξιόποινο και παύει οριστικώς η ποινική δίωξη, ως προς τους αυτουργούς και τους συμμέτοχους των αξιόποινων πράξεων που προβλέπονται στα άρθρα 23 του ΑΝ 1539/1938 (ΦΕΚ 488), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του ΑΝ 263/1968 (ΦΕΚ 12) και 23 παρ. 2 του ΑΝ 2344/1940 (ΦΕΚ154), όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του ΑΝ 263/1968. Για την απόδοση συντάσσεται πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής από τον αρμόδιο οικονομικό έφορο. Αντίγραφο του πρωτοκόλλου διαβιβάζεται αμέσως στον αρμόδιο εισαγγελέα πλημμελειοδικών. Αξίωση δαπανών ή αποζημίωση για τις κατασκευές που έχουν γίνει δεν αναγνωρίζεται.
Άρθρο 4

Τήρηση κτηματογραφικών στοιχείων

1. Οι διευθύνσεις πολεοδομίας ή τα τμήματα πολεοδομίας και πολεοδομικών εφαρμογών ή τα πολεοδομικά γραφεία είναι κατά περίπτωση αρμόδια να τηρούν τα κτηματογραφικά στοιχεία των περιοχών οι οποίες καθορίζονται εκαστοτε με απόφαση του Υπουργου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η τήρηση των κτηματογραφικών στοιχείων γίνεται απο ειδικό για το σκοπό αυτον γραφείο (γραφείο κτηματογράφησης), που αποτελεί οργανική μονάδα των παραπάνω υπηρεσιών. Με π. δ/γμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Χωροταξίας Οικισμού και Περιβάλλοντος καθορίζονται για ολόκληρη τη Χώρα τα κτηματογραφικά στοιχεία των πιο πάνω περιοχών, το περιεχόμενο και ο τρόπος της τήρησής τους, οι υποχρεώσεις των ιδιοκτητών για την παροχή των αναγκαίων πληροφοριών και στοιχείων, η διάρθρωση και η λειτουργία του ειδικού γραφείου κτηματογράφησης των παραπάνω πολεοδομικών υπηρεσιών και καθε σχετική λεπτομέρεια.

2. Μετά την πάροδο ενός μήνα απο τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως «της πράξης του οικείου νομάρχη» με την οποία διαπιστώνεται ότι ολοκληρώθηκε η συγκέντρωση των κτηματογραφικών στοιχείων ορισμένης περιοχής, απαγορεύεται με ποινή ακυρότητας η κατάρτιση συμβολαίων για τη σύσταση, μετάθεση, αλλοιώση ή κατάργηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα της περιοχής που ορίζεται με αυτήν την απόφαση, άν δεν προσκομιστεί στο συμβολαιογράφο απόσπασμα από τα κτηματογραφικά στοιχεία που τηρεί το γραφείο κτηματογράφησης της πολεοδομικής υπηρεσίας της περιοχής του ακινήτου. Το απόσπασμα αυτό επισυνάπτεται και μνημονεύεται υποχρεωτικά στο συμβολαιο. Ο τύπος του αποσπάσματος καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, που ανακοινώνεται στους συμβολαιογραφικούς συλλόγους της Χώρας μέσα στη μηνιαία προθεσμία της παραγράφου αυτής. «Στο ως άνω απόσπασμα επισυνάπτεται κτηματογραφικός χάρτης του ακινήτου επί του οποίου βεβαιώνονται από την υπηρεσία και τα στοιχεία που απαιτούνται κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του Ν 651/1977 (ΦΕΚ207 Α’), μη απαιτουμένης της προσκόμισης στο συμβολαιογράφο ετέρου τοπογραφικού διαγράμματος». [1] «Τα συμβόλαια για σύσταση, μετάθεση, αλλοίωση ή κατάργηση εμπράγματων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δήμου Καλλιθέας της Νομαρχίας Πειραιά, τα οποία καταρτίστηκαν από 8.11.1993 έως 31.12.1993 χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις των προηγούμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου, θεωρούνταιέγκυρα εξυπαρχής, εφόσον, μέσα σε δύο (2) μήνες από τη δημοσίευση της παρούσας διάταξης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, προσκομιστεί στον οικείο υποθηκοφύλακα, με φροντίδα των συμβολαιογράφων που συνέταξαν τα συμβόλαια αυτά, το απόσπασμα από τα κτηματογραφικά στοιχεία που τηρείτο οικείο Γραφείο Κτηματολογίου.»[2]

«3. Για την έκδοση του αποσπάσματος των κτηματογραφικών στοιχείωντης προηγούμενης παραγράφου επιβάλλεται εφ’ άπαξ ανταποδοτικό τέλος υπέρ του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος(Ο.Κ.Χ.Ε.) για την κάλυψη των δαπανών σύνταξης και τήρησης τουΕθνικού Κτηματολογίου. Το τέλος αυτό καταβάλλεται από τον αιτούντατην έκδοση του πρώτου αποσπάσματος κτηματογραφικών στοιχείων κάθε ακινήτου. Για κάθε επόμενη, μετά την πρώτη, έκδοση αποσπάσματος κτηματογραφικών στοιχείων για το ίδιο ακίνητο καταβάλλεται επίσης παράβολο υπέρ του Οργανισμού Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος( Ο.Κ.Χ.Ε.). Σε περίπτωση που εντός εικοσαετίας από την προθεσμία που ορίζει η παράγραφος 2 του παρόντος άρθρου δεν εκδοθεί κανένα απόσπασμα κτηματογραφικών στοιχείων λόγω μη μεταβίβασης καθ’ οιονδήποτε τρόπο ακινήτου τινός, το αναλογούν ανταποδοτικό τέλος καταβάλλεται από τον κύριο του ακινήτου και εισπράπεται κατά τιςδιατάξεις περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων. Ο τρόπος βεβαιώσεως και εισπράξεως του ανταποδοτικού τέλους και του παραβόλου, καθώς καικάθε συναφής λεπτομέρεια, καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Εργων, μετά από γνωμοδότηση του διοικητικού συμβουλίου του Ο.Κ.Χ.Ε. Το ύψος του ανταποδοτικού τέλους και του παραβόλου καθορίζονται κατάπεριοχή με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Εργων, που εκδίδεται μετά από γνωμοδότηση τουδιοικητικού συμβουλίου του Ο.Κ.Χ.Ε. το Δεκέμβριο εκάστου έτους και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ισχύει δε από της 1ης Ιανουαρίου του επόμενου έτους. Για τον προσδιορισμό των ανωτέρω λαμβάνεται υπόψη και η αξία των ακινήτων».[3]

«4». Από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως «της πράξης του οικείου νομάρχη» της προηγουμένης παραγράφου δεν επιτρέπεται η καταχώρηση οποιασδήποτε πράξης που υπόκειται κατά το νόμο σε μεταγραφή, εγγραφή στα βιβλία μεταγραφών και υποθηκών, άν αυτη δεν συνοδεύεται από το απόσπασμα των κτηματογραφικών στοιχείων που αναφέρεται στην παρ. 2 αυτού του άρθρου. Μετά την καταχώρηση της πράξης οι φύλακες μεταγραφών και υποθηκών αποστέλλουν αμέσως στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία αντίγραφο της περίληψης της πράξης, στην οποία επισυνάπτεται και αντίγραφο του παραπάνω αποσπάσματος κτηματογραφικών στοιχείων. Το γραφείο κτηματογράφησης της πολεοδομικής υπηρεσίας ενημερώνει αμέσως τακτηματογραφικά στοιχεία που τηρεί.[4]

«5». Μετά την πάροδο της μηνιαίας προθεσμίας της παρ. 2 κάθε δικαστήριο, που δικάζει αγωγή ή άλλο ένδικο βοήθημα ή ένδικο μέσοπου αναφέρεται σε εμπράγματα δικαιώματα επι ακινήτου, με εξαίρεση την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων αναστέλλει την πρόοδο της δίκης, άν μέχρι την ημέρα της συζήτησης δεν έχει προσκομιστεί απο οποιοδήποτε διάδικο το απόσπασμα των κτηματογραφικών στοιχείων της παραγράφου 2. Καθε διάδικος μπορεί να επισπεύσει τη συζήτηση της υπόθεσης προσκομίζοντας το παραπάνω απόσπασμα. Η μη προσαγωγή του αποσπάσματος προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης και εξετάζεται αυτεπαγγέλτως απο το δικαστήριο.

«6». Οι κυριοι, νομείς ή κάτοχοι ακινήτων υποχρεούνται να ανέχονται μέσα στα ακίνητα τους τη διενέργεια των αναγκαίων τοπογραφικών ή κτηματογραφικών εργασιών ή εργασιών αποτύπωσης, που εκτελούνται από συνεργεία των αρμοδίων υπηρεσιών του Δημοσίου ή από ανάδοχους μελετητές για λογαριασμό των υπηρεσιών αυτών.
Άρθρο 5

Κίνητρα – Ηθικές αμοιβές.

1. Με π.δ/γμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, μπορεί να προβλέπονται ειδικά οικονομικά και πολεοδομικά κίνητρα υπέρ των κυρίων ή νομέωνακινήτων, που βρίσκονται μέσα σε ρυμοτομικά σχέδια τα οποία έχουν εγκριθεί ή μέσα σε ζώνες οικιστικού ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.) για την υλοποίηση των πολεοδομικών μελετών ή την εφαρμογή των χρήσεων στις Ζ.Ο.Ε. αντίστοιχα.

2. Με απόφαση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να καθιερώνονται, κατά γεωγραφικές περιοχές ή σε εθνική κλίμακα, ηθικές διακρίσεις, όπως βραβεία και έπαινοι και χρηματικά έπαθλα που απονέμονται ύστερα από σχετική προκήρυξη σε μελετητές και ιδιοκτήτες κτιρίων, καθώς και σε μελετητές πολεοδομικών μελετών. Οι διακρίσεις και τα έπαθλα απονέμονται για το σχεδιαμό, τη ανέγερση, την ανάπλαση νέων και παλιών κτιρίων ή οικισμών και την κάθε μορφής επίπλωση κτισμάτων και χώρων ή για την πρόταση σχετικών ιδεών. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι όροι και η διαδικασία της προκήρυξης και της απονομής των διακρίσεων και των επάθλων. Χρηματικά έπαθλα, αποζημιώσεις κριτών και λοιπές δαπάνες βαρύνουν το ΕΤΕΡΠΣ.
Άρθρο 6

Κίνητρα για την εξοικονόμηση ενέργειας και κατανομή δαπανώνκεντρικής θέρμανσης κτιρίων.

1. Με π.δ/γματα, που εκδίδονται με πρόταση των Υπουργών Δημόσιων Εργων Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Φυσικών Πόρων, καθορίζονται γενικά οι ειδικοί όροι, οι περιορισμοί, τα κριτήρια καθώς και η παροχή κινήτρων για την προώθηση δομικών κατασκευών και εγκαταστάσεων, που έχουν σαν σκοπό την εξοικονόμιση ενέργειας, την αντιρρύπανση του περιβάλλοντος και την αισθητική διαμόρφωση των στεγών και δωμάτων. Οι παραπάνω ρυθμίσεις αναφέρονται στον καθορισμό προδιαγραφών και κανονισμών, στη δανειοδότηση, επιδότηση και δωρεάν παροχή μελετών για τις δομικές κατασκευές και εγκαταστάσεις των παθητικών ή ενεργητικών ηλιακών συστημάτων εσωτερικών δικτύων αερίων καυσίμων, θερμομόνωσης, ηχομόνωσης και στην αισθητική διαμόρφωση των στεγών και των δωμάτων των κτιρίων. Για τις δομικές κατασκευές και εγκαταστάσεις που αναφέρονται παραπάνω μπορεί να επιτρέπεται και υπέρβαση του μέγιστου ύψους και του συντελεστή δόμησης του οικοπέδου.

«2. Οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή τόσο στα νεοαναγειρόμενα κτίρια, όσο και στα υφιστάμενα κτίρια γενικά ή κατά περιοχές και συγκεκριμένες χρήσεις κτιρίων, όπως κάθε φορά ορίζονται με αποφάσεις των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Εργων και Aνάπτυξης.»[5]

3. Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού σε υφιστάμενα κτίρια, όπου η αλλαγή χρήσης κοινόχρηστων χώρων και η τροποποίηση των καταστατικών διέπεται από τις διατάξεις του Ν 3741/1929, οι διατάξεις των άρθρων 4, 5 και 13 αυτού δεν εφαρμόζονται στις ρυθμίσεις του παρόντος αρθρου.

4. Οι δαπάνες της κεντρικής θέρμανσης σε διηρημένη κατά ορόφους ή μέρη αυτής ιδιοκτησία στο ίδιο κτίριο κατανέμονται με βάση:
α. Τις απώλειες που αναλογούν σε κάθε ιδιοκτησία από τις συνολικές θερμικές απώλειες του κτιρίου.
β. Τις απώλειες κάθε συγκεκριμένης ιδιοκτησίας με βάση τον όγκο και τα εξωτερικά της ανοιγματα.

5. Στις κατανεμόμενες δαπάνες περιλαμβάνονται οι δαπάνες λειτουργίας (καύσιμα και προληπτική συντήρηση της εγκατάστασης) και οι έκτακτες δαπάνες (αντικαταστάσεις, βελτιώσεις, εκσυγχρονισμός και αποκατάσταση ζημιών σε οποιοδήποτε κοινόχρηστο μέρος του συστήματος κεντρικής θέρμανσης κ.λ.π.).

6. Υπόχρεοι για την καταβολή των δαπανών είναι:
α. Για τις δαπάνες λειτουργίας αυτός που έχει τη χρήση της ιδιοκτησίας.
β. Για τις έκτακτες δαπάνες ο κύριος της ιδιοκτησίας.

7. Με π.δ/γμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Δημόσιων Εργων, Δικαιοσύνης και Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, καθορίζεται τεχνικός κανονισμός που αναφέρεται στον τρόπο κατανομής δαπανών κεντρικής θέρμανσης σε κτίρια που περιλαμβάνουν περισσότερες της μιας οριζόντιες ιδιοκτησίες, η σύνταξη της σχετικής μελέτης που υποβάλλεται στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, ο εφαρμοζόμενος τύπος και γενικά οι λεπτομέρειες εφαρμογής των διατάξεων των παρ. 4, 5 και 6.

8. Οι διατάξεις των παρ. 4, 5 και 6 του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε κτίρια για τα οποία εκδίδεται, άδεια οικοδομής μετά τρεις (3) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Άρθρο 7

Καθορισμός ορίων βλαπτικών ουσιών στα αέρια των οχημάτων.

1. Οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 15 του Ν 614/1977, με το οποίο κυρώθηκε ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Ν 894/1979 «περί τροποποιήσεως διατάξεων τινών του δια του Ν 614/1977 κυρωθέντος Κώδικος Οδικής Κυκλοφορίας» αντικαθίστανται ως εξής:
«3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος και Συγκοινωνιών καθορίζονται τα επιτρεπόμενα όρια περιεκτικότητας σε βλαπτικές για την υγεία του ανθρώπου ουσίες και σε προϊόντα που ρυπαίνουν το περιβάλλον των εκπεμπόμενων από οδικά οχήματα αερίων, καθώς επίσης και τα επιτρεπόμενα όρια των θορύβων που προκαλούνται απ αυτά. Ολα τα παραπάνω όρια μπορούν να κλιμακώνονταιανάλογα με την ηλικία του κινητήρα και με άλλα τεχνικά χαρακτηριστικά του οχήματος.
4. Οσοι παραβαίνουν τις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου τιμωρούνται με διοικητική ποινή μέχρι τριάντα χιλιάδες (30.000)δραχμές. Η παράβαση βεβαιώνεται από τα αρμόδια όργανα και συντάσσεται σχετική έκθεση με την οποία και καλείται ο παραβάτης να εμφανιστεί, εφόσον το επιθυμεί, μέσα σε πέντε (5) ημέρες ενώπιον της αρχής στην οποία υπάγονται τα όργανα που βεβαίωσαν την παράβαση για να εκθέσει τις αντιρρήσεις του. Παράλληλα μπορεί να διαταχθεί η ακινητοποίηση του οχήματος σύμφωνα με τις κάθε φορά ισχύουσες διατάξεις για την ακινητοποίηση μηχανοκίνητων οχημάτων. Εφόσον ο παραβάτης της παρουσιάζει στο επιλαμβανόμενο όργανο ή προσκομίζει μέσα στην παραπάνω πενθήμερη προθεσμία στην αρμόδια αρχή τιμολόγιο που αναφέρεται στην εκτέλεση εργασιών συντήρησης και ρύθμισης λειτουργίας του κινητήρα του οχήματός του με χρονολογία έκδοσης όχι προγενέστερη των έξη (6) μηνών πριν από την ημέρα της παράβασης, ο παραβάτης απαλλάσσεται από την πληρωμή του προστίμου. Σε περίπτωση που δεν παρουσιάζει ή δεν προσκομίσει το απαιτούμενο, σύμφωνα με τα παραπάνω, τιμολόγιο, η αρχή επιβάλλει την ως άνω διοικητική χρηματική ποινή που βεβαιώνεται στο αρμόδιο δημόσιο ταμείο και εισπράττεται ως δημόσιο έσοδο».

«2. α) Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Εργων ορίζονται για οποιασδήποτε μορφής υφιστάμενες ή νέες σταθερές εστίες καύσης προδιαγραφές κατασκευής και όροι λειτουργίας, περιορισμοί στο είδος και την ποιότητα των χρησιμοποιούμενων καυσίμων, καθώς και επιτρεπόμενα όρια εκπεμπόμενων καυσαερίων με στόχο την προστασία του περιβάλλοντος, με προτεραιότητα στην επιβολή περιορισμών στην κατασκευή και λειτουργία των σταθερών εστιών καύσηςκηρίων που ανήκουν ιδιοκτησιακά στο Δημόσιο και στον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα. Με τις ίδιες ως άνω αποφάσεις καθορίζεται κάθε σχετική λεπτομέρεια σχετικά με την παροχή κινήτρων για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας χρηματοδότησης εκ μέρους τρίτων.» [6]
Άρθρο 8

Συμπλήρωση στο Ν. 1337/1983 και λοιπές ρυθμίσεις.

1. Το π.δ/γμα, που προβλέπεται από την παρ. 5 του άρθρου 56 του Ν 947/1979 (ΦΕΚ 169), εκδίδεται μέσα σε έξη μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος. Με το διάταγμα αυτό μπορεί να περιληφθούν στους σκοπούς του Ειδικού Ταμείου Εφαρμογής Ρυθμιστικών και Πολεοδομικών Σχεδίων(ΕΤΕΡΠΣ):
α. η επιδότηση, η δανειοδότηση και η χρηματοδότηση γενικά της Δημόσιας Επιχείρησης Πολεοδομίας και Στέγασης (ΔΕΠΟΣ) ή των Ο.Τ.Α. για να εκτελούνται οικιστικά και στεγαστικά προγράμματα καθώς και έργα ανάπλασης υποβαθμισμένων περιοχών αυθαιρέτων που εντάσσονται στο σχέδιο και
β. η εξασφάλιση με αγορά ή απαλλοτρίωση της γής που είναι αναγκαία για να εφαρμόζονται ρυμοτομικά σχέδια ή στεγαστικά και οικιστικά προγράμματα.

2. Μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 6 του άρθρου 6 προστίθενται τα εξής:
«Κατ εξαίρεση σε περιοχές με μεγάλη κατάτμηση και για οικόπεδα εμβαδού μικρότερου των 150 τ.μ. μπορεί να ορίζεται συντελεστής δόμησης μεγαλύτερος του 0,8, εφόσον δεν προκύπτει συνολική επιφάνεια ορόφων μεγαλύτερη των 120 τ.μ. Η εξαίρεση αυτή έχει εφαρμογή μόνο σε οικόπεδα που έχουν προκύψει από κατάτμηση μέχρι την 10.3.1982, αφού αφαιρεθεί το εμβαδόν της εισφοράς σε γη που καθορίζεται στο νόμο αυτόν».

3. Η παρ. 7 του άρθρου 10 του Ν 1337/1983 αντικαθίσταται ως εξής:
«7. Για το ύψος της εισφοράς σε γή και χρήμα σε Ζ.Ε.Π. και Ζ.Α.Α. εφαρμόζονται αντίστοιχα τα άρθρα 8 παρ. 4 και επόμενες και 9 του νόμου αυτού. Εάν μέρος ή και το σύνολο των Ζ.Ε.Π. ή Ζ.Α.Α. είναι πυκνοδομημένη περιοχή σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του νόμου, εφαρμόζονται αντί του προηγούμενου εδαφίου οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 8 του νόμου αυτού. Σε περίπτωση που Ζ.Ε.Π. και Ζ.Α.Α. χαρακτηρίζονται σύμφωνα με το άρθρο 11 του νόμου αυτού Ζώνες Ειδικής ενίσχυσης εφαρμόζονται τα εξής:
α. η εισφορά γης για τις ιδιοκτησίες των φορέων αναπτυξης ή αναμόρφωσης Ζ.Ε.Π. και Ζ.Α.Α., όπως αυτοί ορίζονται απο τις παρ. 8, 9 και 10 του αρθρου αυτού, ορίζεται σε ποσοστό 35%
β. Για τις λοιπές ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται στις πιο πάνω Ζ.Ε.Ε. και μόνο για τα τμήματα αυτών πάνω από 1000 τ.μ., οι προβλεπόμενες από το πρώτο εδάφιο της παρ. αυτης εισφορές του άρθρου 8 παρ. 4 μειώνονται κατά 10%.

4. Η παρ. 4 του άρθρου 11 αντικαθίσταται ως εξής:
«4. Για την ανάπτυξη των Ζ.Ε.Ε. χορηγείται από το Δημόσιο κρατικήενίσχυση στον αντίστοιχο οργανισμό τοπικής αυτοδιοίκησης, στη ΔΕΠΟΣ καιστον ΟΕΚ για συμμετοχή στην εκτέλεση των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων».

5. α) Στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 12 του Ν 1337/1983 προστίθενται τα ακόλουθα:
«Για την εφαρμογή της παρ. 8 του άρθρου 8 του παρόντος νόμου επιτρέπεται μέσα στην περιοχή επέκτασης ή ένταξης, που περιλαμβάνεται κάθε φορά στην πολεοδομική μελέτη, η συνένωση των τμημάτων που αποτελούν την εισφορά γης, η μετακίνηση σε άλλη θέση και η μεταβολή κατά το σχήμα, το μέγεθος και τις διαστάσεις τους. Επιτρέπεται επίσης για τον ίδιο λόγο και η μετακίνηση σε άλλη θέση των λοιπών ιδιοκτησιών της ίδιας περιοχής και η μεταβολή τους κατά το σχήμα».
β) Στο τέλος της παραγράφου 7 του ίδιου άρθρου προστίθενται τα ακόλουθα:
«Η πράξη εφαρμογής μετά την κύρωσή της γίνεται οριστική και αμετάκλητη. Κάθε διαφορά ως προς το μέγεθος της εισφοράς σε γη και το μέγεθος των ιδιοκτησιών που βεβαιώνεται με απόφαση των αρμόδιων δικαστηρίων, μετατρέπεται σε χρηματική αποζημίωση όπως ειδικότερα ορίζεται, με την απόφαση της παρ. 10 του άρθρου αυτού».

6. Το δεύτερο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 15 του Ν 1337/1983 αντικαθίσταται ως εξής:
«Για τα εκτός σχεδίου αυθαίρετα η αναστολή από την κατεδάφιση ισχύει μέχρι να ρυθμιστεί η χρήση γης της περιοχής όπου βρίσκεται και κριθεί η οριστική διατήρηση ή όχι κάθε συγκεκριμένου αυθαιρέτου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 3. Στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζονται ανάλογα και οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 16».

7. Στο τέλος της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου 15 προστίθενται ταεδάφια ως εξής:
«Επίσης αναστέλλεται η κατεδάφιση των κτισμάτων που αναγείρονται με άδεια που εκδόθηκε μετά από έλεγχο της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής και που μεταγενέστερα ανακαλείται για οποιοδήποτε λόγο, εκτός αν η ανάκληση οφείλεται σε υποβληθέντα αναληθή στοιχεία ή σε ανακριβείς αποτυπώσεις της υπάρχουσας πραγματικής κατάστασης. Η αναστολή από την κατεδάφιση ισχύει μέχρις οτου κριθεί η οριστική διατήρηση ή όχι του κτίσματος, που γίνεται με απόφαση του νομάρχη, με σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος του νομού το οποίο λαμβάνει υπόψη του και τις περιπτώσεις α, β και γτης παρ. 1 του άρθρου 16 του νόμου αυτού. Για τα αυθαίρετα αυτά έχουν εφαρμογή μόνο οι παρ. 2 και 3 του παρόντος άρθρου 15».

8. Οι παρ. 3, 4 και 5 του άρθρ. 16 του Ν 1337/1983 αντικαθίστανται με τις παρ. 3, 4, 5 και 6 και η παράγραφος 6 του νόμου αριθμείται σε 7:
«3. Η απόφαση για την εξαίρεση ή όχι από την κατεδάφιση εκδίδεται από το νομάρχη και με σύμφωνη γνώμη επιτροπής που αποτελείται από έναν υπάλληλο της αρμόδιας, από τη θέση του αυθαιρέτου, πολεοδομικής νομαρχιακής υπηρεσίας, από έναν εκπρόσωπο του δήμου ή της κοινότητας του αυθαιρέτου, που ορίζεται από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο και έναν εκπρόσωπο του τοπικού ή περιφερειακού τμήματος του Τεχνικού Επιμελητηρίου της Ελλάδας. Η επιτροπή συγκροτείται, συγκαλείται καιλειτουργεί κατά τα λοιπά κατά τα οριζόμενα με τα π. δ/γματα της παρ. 8 του άρθρου 18. Με την παραπάνω απόφαση και με σύμφωνη γνώμη της επιτροπής και μόνο για τα κτίρια που εξαιρούνται από την κατεδάφιση μπορεί να επιτρέπεται η αποπεράτωση του κτίσματος, του οποίου έχει περατωθεί ο φέρων οργανισμός, αν συντρέχουν κοινωνικοί λόγοι και να επιβάλλονται στους ιδιοκτήτες πρόσθετοι όροι που να αποβλέπουν στηνπροστασία του περιβάλλοντος, τη στατική επάρκεια του κτίσματος ή και την αποφυγή αρχιτεκτονικής δυσαρμονίας αυτού. Με απόφαση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος εξειδικεύονται οι κοινωνικοί λόγοι (στεγαστικές ανάγκες, οικονομική κατάσταση, αριθμός μελών οικογένειας κ.λ.π.) και ρυθμίζονται ο τρόπος, οι προυποθέσεις, η διαδικασία, τα δικαιολογητικά και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου.
4. Στις περιπτώσεις που εγκρίνεται η οριστική εξαίρεση από την κατεδάφιση κτισμάτων κειμένων εντός εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων ή εντός ορίων οικισμών πριν από το έτος 1923 που αντιβαίνουν στους όρους δόμησης της περιοχής και κατά το μέρος της υπέρβασης των όρων και περιορισμών αυτών επιβάλλεται το κάθε χρόνο επιβαλλόμενο πρόστιμο που αναφέρεται στην παρ. 2 περίπτωση (β) του άρθρου 17 του νόμου αυτού εκτός από την ειδική εισφορά αυθαιρέτων. Στις περιπτώσεις αυτές το πρόστιμο οφείλεται από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Στις παραπάνω περιπτώσεις με την απόφαση της οριστικής εξαίρεσης, το πρόστιμο διατήρησης μπορεί να μετατρέπεται σε πρόστιμο που καταβάλλεται εφάπαξ. Το ύψος του εφάπαξ αυτού προστίμου καθορίζεται με την πιο πάνω απόφαση ανάλογα με το ποσοστό υπέρβασης των όρων και περιορισμών δόμησης και δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερο από το τριπλάσιο της ειδικής εισφοράς. Με απόφαση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος καθορίζονται η διαδικασία, οι προϋποθέσεις, τα κριτήρια μετατροπής του προστίμου διατήρησης σε πρόστιμο εφάπαξ, η κλιμάκωσή του και κάθεσχετική λεπτομέρεια.
5. Ειδικά τα αυθαίρετα κτίσματα ή κατασκευές που βρίσκονται εντός εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων ή εντός ορίων οικισμών πριν από το 1923, που έχουν ανεγερθεί μεχρι τις 31.1.1983 και που δεν έχουν δηλωθεί σύμφωνα με τις διαταξεις του άρθρου 15 του παρόντος νόμου, εάν δεν αντιβαίνουν στους όρους και περιορισμούς δόμησης της περιοχής που βρίσκονται, μπορεί να εξαιρούνται από την υποχρεωτική κατεδάφιση, επιφυλασσομένων των διατάξεων των παρ. 2 και, 3 του άρθρου 15. Η εξαίρεση από την κατεδαφιση γίνεται με απόφαση του νομάρχη με τη διαδικασία και μετά από σύμφωνη γνώμη της επιτροπής που προβλέπεται απότην παρ. 3 του άρθρου αυτού. Με απόφαση του Υπουργού Χωροταξίας,Οικισμού και Περιβάλλοντος καθορίζονται ο τρόπος, η διαδικασία, τα δικαιολογητικά για την έκδοση της οικοδομικής άδειας για τα κτίσματα αυτά, η καταβολή ειδικής εισφοράς, το ύψος της οποίας μπορει να είναι διαφορετικό από τα οριζόμενα στο άρθρο 18 του Ν. 1337/1983, ο τρόπος καταβολής της και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.
6. Σε περίπτωση που, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις κτίσμα δεν εξαιρείται από την κατεδάφιση δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παρ. 3, 4 και 7 του άρθρου 101 ΓΟΚ/1973. Σε περίπτωση που κτίσμα εξαιρείται από την κατεδάφιση το μεν τμήμα που δεν αντιβαίνει στους περιορισμούς και όρους δόμησης της περιοχής θεωρείται νομίμως υφιστάμενο και έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των παρ. 5 και 6 του άρθρου 101 ΓΟΚ/1973, ενώ για το τμήμα που αντιβαίνει έχουν εφαρμογή μόνον οι διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 101 ΓΟΚ/1973».

9. Στο τέλος του ίδιου άρθρου 16 προστίθεται η πιο κάτω παρ. 8:
«8. Στις περιπτώσεις κτισμάτων για τα οποία έχουν υποβληθεί οι σχετικές δηλώσεις και τα δικαιολογητικά που αναφέρονται στο άρθρο 15 του νόμου αυτού, μπορεί να επιτρέπεται η εκτέλεση εργασιών επισκευήςπου αποβλέπουν στην υγιεινή, τη χρήση και τη συνήθη συντήρησή τους, ύστερα από τη χορήγηση σχετικής άδειας από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία. Η παραπάνω άδεια μπορεί να χορηγείται σε εξαιρετικές περιπτώσεις και πριν από την έκδοση της απόφασης για την εξαίρεση ή όχι από την κατεδάφιση, εφόσον οι εργασιες για τις οποίες ζητείται η εκτέλεσή τους δεν επαυξάνουν το κτίσμα σε ύψος ή επιφάνεια, δεν το ανακαινίζουν ριζικά ή δεν ενισχύουν ή αντικαθιστούν στοιχεία του φέροντος οργανισμού. Για την έκδοση των αδειών αυτών υποβάλλονται στις αρμόδιες πολεοδομικές υπηρεσίες δικαιολογητικά που καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος».

10. Η παράγραφος 4 του άρθρου 17 συμπληρώνεται με την προσθήκη του πιο κάτω εδαφίου:
«Σε περίπτωση εκτέλεσης εργασιών από νομέα, κάτοχο, ή επικαρπωτή τα πρόστιμα επιβάλλονται σε όλους και ο καθένας είναι υπεύθυνος για την καταβολή ολόκληρου του προστίμου».

11. Στο τέλος της παρ. 8 του άρθρου 17 προστίθενται τα εξής:
«Ειδικότερα η πιο πάνω ευθύνη επιμερίζεται, με τις ακόλουθεςδιακρίσεις:
α) Στον κύριο, στο νομέα ή επικαρπωτή του ακινήτου. Σε περίπτωση ανέγερσης κτιρίου με το σύστημα της αντιπαροχής υπεύθυνο πρόσωπο για την εφαρμογή των διατάξεων του νόμου αυτού είναι ο κατασκευαστής.
β) Στο γενικό εργολάβο του έργου ή στους ειδικούς εργολάβους που εκτελούν τις διάφορες εργασίες, εφόσον δεν εφαρμόζουν τις σχετικές μελέτες που έχουν εγκριθεί ή δεν ακολουθούν τις γραπτές οδηγίες του επιβλέποντα τεχνικού ή εκτελουν εργασίες χωρίς να υπάρχουν άδειες ή εγκεκριμένες μελέτες.
γ) Στον τεχνικό ή στους τεχνικούς που αναλαμβάνουν τη μελέτη του έργου, ή των εγκαταστάσεων εφόσον περιέχονται σ’ αυτή στοιχεία ή σχέδια απεικόνισης της υπάρχουσας κατάστασης που παραπλανούν την αρμόδια γιατη χορήγηση αδειών πολεοδομική υπηρεσία.
δ) Στον τεχνικό ή στους τεχνικούς που αναλαμβάνουν την επίβλεψη τουέ ργου, ή των εγκαταστάσεων εφόσον δεν εφαρμόζουν τις σχετικές μελέτες που έχουν εγκριθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες ή εφόσον αναλαμβάνουν την επίβλεψή τους χωρίς να υπάρχουν οι απαραίτητες άδειες και οι εγκεκριμένες μελέτες. Η ευθύνη του επιβλέποντα υπάρχει για όλο το χρονικό διάστημα της ανέγερσης του κτιρίου μέχρι την αποπεράτωσή του ή μέχρι τον τελικό έλεγχο απο την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία ή μέχρι τη λήξη του χρόνου που ισχύει η άδεια, εφόσον δεν υποβάλλει στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία σχετική δήλωση διακοπής της επίβλεψης».

12. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 12 του άρθρου 17 τροποποιείται ως εξής:
«Με π.δ/γμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, καθορίζονται ο τρόπος και η διαδικασία έκδοσης των οικοδομικών αδειών και ελέγχου των ανεγειρόμενων οικοδομών, οι υποχρεώσεις του επιβλέποντος και του μελετητή καθώς και όσων συμπράττουν στην εκτέλεση του έργου. Με απόφαση του Υπουργου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι προδιαγραφές για τη σύνταξη των μελετών, τα απαραίτητα σχέδια κλπ. για την έκδοση οικοδομικων αδειών».

13. Το άρθρου 26 του Ν 1337/1983 αντικαθίσταται ως εξής:
«Αρθρο 26.
Με π.δ/γμα, που εκδιδεται με πρόταση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, κατά τις διατάξεις του Ν.Δ. από 17.7/18.8.1923 «περί σχεδίων πόλεων κλπ.», μπορεί να εγκρίνεται τοπικό ρυμοτομικό σχέδιο εκτός των εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων και εκτός ορίων οικισμών προ του 1923, για τον καθορισμό χώρων και την ανέγερση κτιρίων δημόσιων και δημοτικών σκοπών και γενικά κτιρίων κοινής ωφέλειας καθώς και για την εκτέλεση επειγόντων στεγαστικών κρατικών προγραμμάτων και επειγόντων στεγαστικών προγραμμάτων του Ο.Ε.Κ., της ΔΕΠΟΣ και της ΕΚΤΕΝΕΠΟΛ και να ορίζονται γενικώς οι όροι και περιορισμοί δόμησηςτους. Η απόκτηση των ανωτέρω χώρων γίνεται με μέριμνα και δαπάνες των οικείων φορέων, είτε με ελεύθερη συναλλαγή, είτε με αναγκαστική απαλλοτρίωση κατά τις κείμενες διατάξεις. Μέσα στα διοικητικά όρια δήμων και κοινοτήτων με πληθυσμό κάτω από 5.000 κατοίκους η κατά τα παραπάνω έγκριση τοπικού ρυμοτομικού σχεδίου και οι όροι και περιορισμοί δόμησης καθορίζονται με απόφαση τουοικείου νομάρχη. Για την έγκριση τοπικού ρυμοτομικού σχεδιου για την εκτέλεση των παραπάνω στεγαστικών προγραμμάτων τηρείται η διαδικασία του Ν.Δ. από 17.7118.8.1923″.

14. Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 29 αντικαθίσταται ως εξής:
«Σε περίπτωση που επεκτείνεται το πολεοδομικό σχέδιο μέσα στη Ζ.Ο.Ε. ή και έξω απ’ αυτή δύναται να επεκταθεί η Ζ.Ο.Ε. με π.δ/γμα που εκδίδεται με τον ίδιο ως άνω τρόπο».

15. Η παρ. 2 του άρθρου 33 του Ν 1337/1983 αντικαθίσταται ως εξης:
«2. Στο τέλος της παρ. 2 του άρθρου 1 του Α.Ν. 314/1968 (ΦΕΚ 47), όπως ισχύει σήμερα, προστίθενται τα ακόλουθα :
» Η έγκριση όμοιων τροποποιήσεων χωρίς μεταβολή των όρων δόμησης, με εξαίρεση την επιβολή προκηπίων (πρασιών), μπορεί να γίνει και για οικισμούς με πληθυσμό πάνω από 20.000 κατοίκους στις περιπτώσεις που ορίζονται με π.δ/γμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος. Με π.δ/γμα που εκδίδεται με τον ίδιο τρόπο μπορεί να εγκρίνονται εξαιρέσεις από τις περιπτώσεις της επόμενης παρ. 3 τουάρθρου αυτού. Ο καθορισμός και η τροποποίηση όρων και περιορισμώνδόμησης μπορεί να γίνεται με την απόφαση του νομάρχη και για οικισμούς με πληθυσμό μικρότερο από 20.000 κατοίκους. Οπου ο νομάρχης, σύμφωνα με τα παραπάνω, έχει αρμοδιότητα να εγκρίνει τροποποιήσεις σχεδίων ή τροποποιήσεις και καθορισμό όρων και περιορισμών δόμησης ή και να επιβάλλει προκήπια έχει και την αρμοδιότητα να επιβάλλει ή να παρατείνει την αναστολή των οικοδομικών εργασιών σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν.Δ. από 17.7.23(ΦΕΚ 228), όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 551/1977 (ΦΕΚ 68 Α)».

16. Το άρθρο 37 του Ν 1337/1983 αντικαθίσταται ως εξής:
«Αρθρο 37.
Ρυμοτομικά σχεδια που μελετηθήκαν και εφαρμόστηκαν από το Υφυπουργείο Ανοικοδομήσεως, Υπουργείο Κοινωνικών Υπηρεσιών, Υπουργείο Συγκοινωνιών και Δημοσίων Εργων, υπηρεσία οικισμού του Υπουργείου Δημοσίων Έργων και Υπουργείο Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, μέσα στα πλαίσια των προγραμμάτων για την αποκατάσταση δικαιούχων των παραπάνω φορέων, χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία έγκρισής τους, θεωρούνται εγκεκριμένα όπως έχουν. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμαη εφαρμογή της ρυμοτομικής μελέτης τέτοιων σχεδίων. Για την τροποποίηση ή επέκταση των σχεδίων αυτών εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά».

17. Η παρ. 5 του άρθρου 42 του Ν 1337/1983 αντικαθίσταται ως εξής:
«5. Με π.δ/γμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος ορίζονται οι προυποθέσεις και οι διαδικασίες με τις οποίες μπορεί να εγκρίνεται η πολεοδόμηση και επέκταση οικισμών με πληθυσμο μεχρι 2.000 κατοίκους, να καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι και περιορισμοί δόμησης και τα ποσοστά εισφοράς σε γη και σε χρήμα τα οποία μπορεί και να αποκλίνουν από τα ποσοστά που προβλέπονται σταάρθρα 8 και 9 του νόμου αυτού. Επίσης με π.δ/γμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, ορίζεται ο τροπός καθορισμού των ορίων και των όρων δόμησης των οικισμών πληθυσμού μέχρι 2.000 κατοίκους, προβλέπονται τα στοιχεία εκτίμησης κατά τον καθορισμό των ορίων, η διαδικασία που τηρείται για τον καθορισμό αυτόν, κατηγορίες οικισμών καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια. Τα όρια των οικισμών αυτών καθορίζονται με απόφαση του νομάρχη που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως».

18. α) Η παρ. 3 τουάρθρ. 43 του Ν 1337/1983 αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Για τις επεκτάσεις σχεδίων πόλεων σε πυκνοδομημένες περιοχές και σε όσες υπάγονται στο άρθρο 10 του Ν. 1221/1981 οπως ισχύει μετά το νόμο αυτόν, το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο μπορεί να ζητήσει την υπαγωγή τους στην εισφορά σε γη των παρ. 4 και επόμενες του άρθρου 8 του νόμου αυτού αντί των παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου. Η υπαγωγή γίνεται με την πράξη εγκρίσεως της πολεοδομικής μελέτης του σχετικού σχεδίου πόλεως κατά περίπτωση».

19. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 10 του άρθρου 43 του Ν 1337/1983 αντικαθίσταται ως εξης:
«Σε ζώνες πυκνοδομημένες του άρθρου 8 παρ. 1 και 2 του παρόντος νόμου καθώς και σε πολεοδομικές ενότητες στις οποίες οι πυκνοδομημένες ζώνες αποτελούν το μεγαλύτερο τμήμα της περιοχής που εντάσσεται στο σχέδιο, είναι δυνατό, μετά από γνώμη του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, η έγκριση της πολεοδομικής μελέτης να προηγηθεί της έγκρισης του γενικού πολεοδομικού σχεδίου, εφόσον θα έχει εκπονηθεί στα πλαίσια των κατευθύνσεων αυτού, όπως αυτές θα προκύψουν κατά την πρόοδο της μελέτης του».

20. Στο τέλος της παρ. 10 του ιδίου άρθρου 43 προστίθενται τα εξής:
«Τ’ ανωτέρω εφαρμόζονται και για την εκτέλεση επειγόντων στεγαστικών προγραμμάτων της ΔΕΠΟΣ, του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας, δημοτικών επιχειρήσεων και της ΕΚΤΕΝΕΠΟΛ σε μη πυκνοδομημένες περιοχές. Στην περίπτωση αυτη αντί της προτάσεως του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου υποβάλλεται αιτιολογημένη πρόταση του αρμόδιου φορέα».

21. Στο τέλος της παρ. 11 του άρθρου 43 προστίθεται παράγραφος 12 και η παράγραφος 12 αριθμείται ως παράγραφος 13 και αντικαθίσταται ως εξής:
«12. Σε περιοχές που εντάσσονται στο σχέδιο και που ίσχυε παλαιότερα εγκεκριμένο σχέδιο πόλης και ακυρώθηκε για τυπικούς λόγους έχουν εφαρμογή για τον υπολογισμό της εισφοράς σε γη και χρήμα οι διατάξεις του άρθρου 13 του Ν. 1337/1983.
13. Το κεφάλαιο Α (άρθρο 1-14) του νόμου αυτού εφαρμόζεται για επεκτάσεις, των οποίων θα έχει εγκριθεί το γενικό πολεοδομικό σχέδιο σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 3 μέσα στην τετραετία από την ισχύ του παρόντος νόμου».
Άρθρο 9

Σύνδεση οικοδομών με τα δίκτυα κ.λ.π.

«1. Απαγορεύεται η σύνδεση κτισμάτων και εγκαταστάσεων για τις οποίες απαιτείται οικοδομική άδεια, με κάθε είδους δίκτυα ύδρευσης, αποχέτευσης, τηλεπικοινωνιών, παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου, αν δεν προσκομιστεί στους αρμόδιους φορείς αντίγραφο της οικοδομικής άδειας επικυρωμένο από την αρχή που τη χορήγησε».[7]

2. Προκειμένου για οικοδομικές άδειες που έχουν εκδοθεί σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης 27067/1.11.1978 του Υπουργού Δημοσίων Εργων «περί της διαδικασίας και του τρόπου εκδόσεως οικοδομικών αδειών και του ελέγχου των ανεγειρόμενων οικοδομών» (ΦΕΚ 585/Δ/78) και του από 3.9.1983 Π.Δ/τος τρόπος έκδοσης οικοδομικών αδειών και έλεγχος των ανεγειρόμενων οικοδομών» (ΦΕΚ 394/Δ/83), η οριστική σύνδεση των κτιρίων με τα παραπάνω δίκτυα πραγματοποιείται αφού γίνει η τελική αυτοψία που προβλέπεται από τις διατάξεις αυτές και διαπιστωθεί ότι η οικοδομή κατασκευάσθηκε σύμφωνα με τις εγκεκριμένες μελέτες. Στις περιπτώσεις αυτές το κατά την προηγούμενη παράγραφο αντίγραφο πρεπει να φέρει την τελική θεώρηση απο την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία.

3. Η απαγόρευση της παρ. 1 του παρόντος άρθρου δεν ισχύει στις παραπάνω περιπτώσεις κτισμάτων ή κατασκευών:
α. που κατασκευάσθηκαν πριν από την ισχύ του Β.Δ. 1.8.1955 «περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού του Κράτους»
β. που νομιμοποιούνται ή εξαιρούνται από την κατεδάφιση με οποιονδήποτε τρόπο.
γ. που έχουν υπαχθεί στο Ν. 720/1977 » περί εξαιρέσεως από της κατεδαφίσεως».
δ. για τα οποία έχουν υποβληθεί δηλώσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 του Ν 1337/1983.

4. Με απόφαση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος καθορίζονται τα δικαιολογητικά που πρέπει να προσκομίζονται στους αρμόδιους φορείς παροχών για τη σύνδεση με τα δίκτυα των κτισμάτων της προηγούμενης παραγράφου, τα δικαιολογητικά σε περιπτώσεις συνδέσεως αυτοτελών τμημάτων (διαμερισμάτων) μεγαλύτερων οικοδομών που δεν έχουν αποπερατωθεί στο σύνολό τους και κάθε λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.

«5. Οι υπάλληλοι των οργανισμών ή εταιριών παροχής, που παραβαίνουν τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, «ή των κανονιστικών αποφάσεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του»[8] πέραν, της πειθαρχικής τους ευθύνης, τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρις ενός (1) έτους και με χρηματική ποινή από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) δραχμές μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές.»[9]

6. Το άρθρο 7 του Ν 651/1977 «περί καταργήσεως του Ν.Δ/τος 349/1974, τροποποιήσεως των περί αυθαιρέτων οικοδομικών κατασκευών διατάξεων καιρυθμίσεως συναφών θεμάτων» (ΦΕΚ 207/Α) καταργείται.

7. Σε περιοχές που έχουν ενταχθεί ή εντάσσονται σε εγκεκριμένο σχέδιο με τις διατάξεις του Ν.Δ. της 17.7.1923 και οι υποχρεώσεις για αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας εχουν καταβληθεί για λογαριασμό του υποχρέου από το Δημόσιο, το δήμο ή την κοινότητα ή οποιοδήποτε άλλο φυσικό πρόσωπο, δεν επιτρέπεται η χορήγηση οικοδομικής άδειας στον υπόχρεο ιδιοκτήτη πριν βεβαιωθούν από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία στο δημόσιο ταμείο οι οφειλές του για αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας και πριν να έχει καταβάλει τις δόσεις που οφείλει μέχρι το χρόνο χορήγησης της άδειας. Σε περιοχές που εντάσσονται σε εγκεκριμένο σχέδιο με τις διατάξεις του Ν 1337/1983 δεν επιτρέπεται η χορήγηση οικοδομικής άδειας στον υπόχρεο ιδιοκτήτη πριν να βεβαιωθεί από την αρμόδια πολεοδομικη υπηρεσία στο δημόσιο ταμείο η οφειλή του για εισφορά σε χρήμα και πριν να έχει καταβάλει τουλάχιστον τις μέχρι το χρόνο χορήγησης της άδειας οφειλόμενες δόσεις.

8. Με απόφαση του νομάρχη μπορεί να εγκρίνεται η εξαίρεση ή όχι από την κατεδάφιση αυθαίρετων κατασκευών, εάν πρόκειται για μικρές παραβάσεις των οποίων κατασκευών η κατεδάφιση θα κατέληγε σε υπέρμετρη βλάβη του κτιρίου ή θα έθετε σε κίνδυνο τη φέρουσα κατασκευή αυτού ή θα παράβλαπτε την αισθητική εμφάνιση των κτιρίων ή θα απαιτούσε υπέρμετρες δαπάνες για την αποκατάσταση της αισθητικής και των οποίων η διατήρηση εν πάση περιπτώσει δεν θα έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια της κατασκευής ούτε θα απέβαινε σε βάρος της πόλεως. «Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Εργων καθορίζονται οι μικρές παραβάσεις για τις οποίες είναι δυνατή η εξαίρεση από την κατεδάφιση, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, οι ειδικότερες προϋποθέσεις της εξαίρεσης, οι όροι εφαρμογής της διάταξης αυτής και κάθε σχετικό θέμα.»[10] Η απόφαση της εξαίρεσης εκδίδεται με σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος του νόμου. Στην περίπτωση αυτή επιβάλλονται τα προβλεπόμενα από την παράγραφο 2 του άρθρου 17 του Ν 1337/1983 πρόστιμα. «Με την απόφαση εξαίρεσης το επιβαλλόμενο πρόστιμο διατήρησης της περίπτωσης β’ της παραγράφου 2 του άρθρου 17 του Ν 1337/1983 μπορεί να μετατρέπεται σε πρόστιμο εφάπαξ. Το ύψος του εφάπαξ αυτού προστίμου ορίζεται στο τετραπλάσιο του προστίμου ανέγερσης της περίπτωσης α’ τηςπαραγράφου 2 του ίδιου άρθρου. Σε περίπτωση που έχει εκδοθεί η απόφαση εξαίρεσης, μπορεί να εκδίδεται συμπληρωμοτική απόφαση του οικείου νομάρχη. Τυχόν βεβαιωθέντα πρόστιμα διατήρησης συμψηφίζονται με το εφάπαξ καταβαλλόμενο πρόοτιμο. Τυχόν καταβληθέντα πράστιμα διατήρησης κατά το ποσό που υπερβαίνουν το ποσό του εφάπαξ προστίμου δενεπιστρέφονται. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος. Χωροταξίας και Δημόσιων Εργων κοθοριζονται οι προϋποθέσεις για τη μετατροπή του προστιμου διατήρησης σε εφάπαξ καταβαλλόμενο πρόστιμο είτε αυτή γίνεται με την απόφαση της εξαίρεσης από την κατεδάφιση είτε με συμπληρωματική απόφαση νομάρχη καθώς και η σχετική διαδικασία και κάθε άλληλεπτομέρεια.» [11]

9. Εξαλείφεται το αξιόποινο και παύει οριστικώς η ποινική δίωξη ως προς τους αυτουργούς και συμμέτοχους των αξιόποινων πράξεων που αφορούν αυθαίρετα κτίσματα που έχουν ανεγερθεί μέχρι τις 14 Μαρτίου 1983, ημέρα δημοσίευσης του Ν 1337/1983 και δηλώθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15 αυτού.

10. Με απόφαση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος μπορεί να εξαιρούνται απο την κατεδάφιση αυθαίρετα κτίσματα που ανήκουν στο Δημόσιο, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α. τα οποία έχουν ανεγερθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Η απόφαση του Υπουργού εκδίδεται με σύμφωνη γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τις περιπτώσεις α, β και γ της παρ. 1 του άρθρου 16 του Ν 1337/1983. «Επίσης με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Εργων, που εκδίδεται με την ίδια διαδικασία, μπορούν να εξαιρούνται από την κατεδάφιση αυθαίρετα κτίσματα ή κτιριακές εγκαταστάσεις γεωργικών συνεταιρισμών ή γεωργοκτηνοτροφικών μονάδων που έχουν ανεγερθεί με προγράμματα του Υπουργείου Γεωργίας και της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος καθώς και αυθαίρετα νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που ελέγχονται και χρηματοδοτούνται από το Υπουργείο Γεωργίας, και την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος, καθώς και αυθαίρετα ξενοδοχειακών μονάδων ιδιοκτησίας του Ν.Π.Ι.Δ. («ΞΕΝΙΑ Α.Ε.» που ανήκει στο δημόσιο τομέα σύμφωνα με το Ν 1256/1982, εφόσον τα αυθαίρετα αυτά έχουν ανεγερθεί μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης του Ν 1512/1985″.[12]
«δ. Επίσης με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Εργων, που εκδίδεται με την ίδια διαδικασία μπορούν να εξαιρούνται από την κατεδάφιση αυθαίρετα κτίσματα ή κτιριακές εγκαταστάσεις που έχουν ανεγερθεί από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας εφόσον τα αυθαίρετα αυτά είχαν ανεγερθεί μέχρι την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμου».[13] «Επίσης με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων ‘Εργων, που εκδίδεται με την ίδια διαδικασία μπορούν να εξαιρούνται από την κατεδάφιση αυθαίρετα κτίσματα ή κτιριακές και μηχανολογικές εγκαταατάσεις της «Ελληνικά Διυλιστήρια Ασπροπύργου Α.Ε.», εφόσον έχουν ανεγερθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος και βρίσκονται μέσα σε ζώνη απαλλοτριώσεως. Για την εξαίρεση απά την κατεδάφιση καταβάλλεται πρόστιμο ανέγερσης ύψους επτακοσίων εκατομμυριων (700.000.000) δραχμών, το οποίο περιέρχεται στον ειδικό λογαριασμό του Ε.Τ.Ε.Ρ.Π.Σ. «πράσινο ταμείο» που προβλέπεται απο τις Διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 3 του Ν 2242/1994 (ΦΕΚ 162 Α’) ως εξής:
α) διακόσια εκατομμύρια (200.000.000) δραχμές εντός μηνός από τηδημοσίευση του παρόντος,
β) τριακόσια εκατομμύρια (300.000.000) δραχμέςεντός τεσσάρων μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος και
γ) διακόσιαεκατομμύρια (200.000.000) δραχμές εντός επτά μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος.»[14]

«11. Κατ’ εξαίρεση της παραγράφου 1 του ως άνω άρθρου 9 είναι δυνατή η σύνδεση με τα δίκτυα παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και ύδρευσης των αυθαίρετων κτισμάτων με χρήση κατοικίας, τα οποία εχουν ανεγερθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος και βρίσκονται μέσα σε ρυμοτομικά σχέδια ήδη εγκεκριμένα με τις διατάξεις του Ν 1337/1983. Η σύνδεση των παραπάνω αυθαίρετων κτισμάτων γίνεται αφού προηγουμένως υποβληθούν στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία τριών μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος, οι δηλώσεις και τα αναφερόμενα δικαιολογητικά στις παραγρ. 4 και 5 του άρθρου 15 του Ν 1337/1983. «Τα ανωτέρω δεν εφαρμόζονται για αυθαίρετα κτίσματα που υπάγονται στις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 15 του Ν 1337/1983. Η διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου 15 δύναται να εφαρμοστεί αναλόγως. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων καθορίζονται τα δικαιολογητικά που πρέπει να προσκομίζονται στους αρμόδιους φορείς παροχών για τη σύνδεση με τα δίκτυα των κτισμάτων της παραγράφου αυτής, τα δικαιολογητικά σε περιπτώσεις συνδέσεως αυτοτελών τμημάτων (διαμερισμάτων) μεγαλύτερων οικοδομών που δεν έχουν αποπερατωθεί στο σύνολό τους και κάθε λεπτομέρεια».[15]

«12. Κατ’ εξαίρεση της παραγράφου 1 επιτρέπεται η σύνδεση με τα δίκτυα παροχής ηλεκτρικού ρεύματος και ύδρευσης των αυθαίρετων κτισμάτων, εφόσον δεν βρίσκονται μέσα σε κοινόχρηστους χώρους, ρέματα, αρχαιολογικούς χώρους, στον αιγιαλό ή τη παραλία, σε δάση, δασικές ή αναδασωτέες εκτάσεις ή σε ζώνες απολύτου προστασίας προστατευόμενης περιοχής, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 1650/1986, υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) βρίσκονται εντός σχεδίου πόλης ή εντός ορίων οικισμού προϋφισταμένου τουέτους 1923 ή εντός εγκεκριμένων ορίων οικισμού κάτω των 2.000 κατοίκων ή εντός εγκεκριμένου γενικού πολεοδομικού σχεδίου ή εντός ζώνης οικιστικού ελέγχου και σε περιοχή που προορίζεται για οικιστική ανάπτυξη ή
β) βρίσκονται εκτός των ορίων των σχεδίων και των ζωνών που αναφέρονται στηνπροηγούμενη περίπτωση, αποτελούν την κύρια κατοικία του ιδιοκτήτη τους και έχουν εμβαδόν μέχρι 120 τ.μ., το οποίο προσαυξάνεται κατά 30 τ.μ. για κάθε μέλος της οικογένειας πέραν των τεσσάρων.
Η σύνδεση των κτισμάτων της παραγράφου αυτής γίνεται πάντοτε για τρία (3) έτη ύστερα από σχετικό έγγραφο του οικείου Ο.Τ.Α. α’ βαθμού και η παροχή διακόπτεται κατά τη λήξη της τριετίας με ευθύνη του οργανισμού ή της εταιρείας παροχής, εκτός αν εγκριθεί παράταση για ίσο πάντοτε χρονικό διάστημα με πράξη της πολεοδομικής υπηρεσίας. Η παράταση εγκρίνεται αν διαπιστωθεί ότι δεν έχουν διενεργηθεί νέες αυθαίρετες κατασκευές στο ακίνητο.»[16]
Άρθρο 10

Ειδικοί γραμματείς.

1. Στο Υπουργείο Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος συνιστώνται δύο (2) θέσεις μετακλητών ειδικών γραμματέων με βαθμό α της κατηγορίας ειδικών θέσεων. Ο διορισμός και η απόλυση των ειδικών γραμματέων γίνεται με π.δ/γματα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος.

2. Με κοινή απόφαση του Υπ. Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η πλήρωση των θέσεων των ειδικών γραμματέων μπορεί να γίνει με απόσπαση, κατά παρέκκλιση από τις ισχύουσες διατάξεις ή με ανάθεση καθηκόντων, υπαλλήλων μόνιμων ή με οποιαδήποτε σχέση εργασίας του δημόσιου τομέα του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν 1256/1982. Οταν λήξει η απόσπαση, οι ειδικοί γραμματείς επανέρχονται στην υπηρεσιακή και μισθολογική σχέση που είχαν πριν από την ανάληψη των καθηκόντων τους. Ο χρόνος της υπηρεσίας τους ως ειδικών γραμματέων λογίζεται για κάθε συνέπεια ως χρόνος πραγματικής και συντάξιμης υπηρεσίας στην προηγούμενη θέση τους.

3. Στους ειδικούς γραμματείς ανατίθενται καθήκοντα που καθορίζονται κάθε φορά με απόφαση του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος.

4. Οι ειδικοί γραμματείς του Υπουργείου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος προσυπογράφουν τα έγγραφα που υπογράφονται, από τον Υπουργό, εφόσον αναφέρονται σε θέματα της αρμοδιότητάς τους, σύμφωνα με την απόφαση της προηγούμενης παραγράφου του άρθρου αυτού. Επιτρέπεται επίσης να μεταβιβάζεται σε αυτούς, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, η εξουσία να υπογράφουν «με εντολή Υπουργού», αποφάσεις, έγγραφα και άλλες πράξεις.

5. Οι ειδικοί γραμματείς έχουν μηνιαίες αποδοχές που ορίζονται στο 90% των αποδοχών του βαθμού α’ της κατηγορίας ειδικών θέσεων και έξοδα παραστάσεων που ανέρχονται στο 80% των εξόδων παραστάσεων του γενικού γραμματέα.

6. Σε περίπτωση απόσπασης υπαλλήλων που υπηρετούν με οποιαδήποτε σχέση στο δημόσιο τομέα του άρθρου 1 παρ. 6 του Ν 1256/1982 οαποσπόμενος λαμβάνει τη διαφορά των αποδοχών της θέσεώς του από τις αποδοχές που ορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου αυτού.
Άρθρο 11

Κύρωση

Κυρώνονται και έχουν ισχύ νόμου από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως:
α. Οι αποφάσεις του Υπουργού Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος Γ. 56749/2393/30.9.83 με τον τίτλο «Παράταση υποβολής δηλώσεων για τα αυθαίρετα κτίσματα» (ΦΕΚ 574 Β/5.10.83), 68577/2906/24.11.1983 με τον τίτλο «Παράταση υποβολής δεύτερης δήλωσης αυθαίρετων κτισμάτων» (ΦΕΚ684 Β/25.11.83), 77821/3156/28.12.1983 με τον τίτλο » Παράταση υποβολής δεύτερης δήλωσης αυθαίρετων κτισμάτων στις περιοχές εντός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεως ή ορίων οικισμών προ του 1923″ (ΦΕΚ 758 Β/29.12.83) και 77460/3155/28.12.83 με τον τίτλο «Παράταση υποβολής δεύτερης δήλωσης αυθαίρετων κτισμάτων στην εκτός σχεδίου περιοχή Ν.Αττικής και πόλεως Καλαμάτας (Ν. Μεσσηνίας)» (ΦΕΚ 758 Β/29.12.83) και
β. Η κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος Γ. 68600/3063/9.12.1983 με τον τίτλο «Ρύθμιση καταβολής του ποσού που δίνεται στο ΕΤΕΡΠΣ με την υποβολή της δεύτερης δήλωσης αυθαιρέτου, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 15 του Ν 1337/1983» (ΦΕΚ 750 Β/28.1 2.83).
Άρθρο 12

1. Οι διατάξεις των εδαφίων ζ, θ κστ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 10 του ΝΔ 4114/1960, όπως ίσχυσαν κατά το χρόνο κατάργησής τους με το άρθρο 18 του Ν 1090/1980, επαναφέρονται σε ισχύ και τα χρηματικά ποσά που προβλέπονται σ’ αυτές ανακαθορίζονται κατά τα αναφερόμενα σε κάθε περίπτωση:
«ζ) Για το διορισμό άμισθου ασφαλισμένου Α’ τάξης, στο ισόποσο τριών (3) ελάχιστων μηνιαίων εισφορών δικηγόρου με υπερπενταετή δικηγορία,όπως αυτές ισχύουν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης διορισμού. Προκειμένου για το διορισμό άμισθου ασφαλισμένου Β ‘ τάξης, στα ογδόντα εκατοστά (80%) της παραπάνω εισφοράς άμισθου ασφαλισμένου Α’τάξης. Σε περίπτωση διορισμού δικηγόρου απευθείας παρ’ Εφέταις ή στον Άρειο Πάγο το πιο πάνω παράβολο ορίζεται στο ισόποσο δώδεκα (12) και είκοσιτεσσάρων (24) αντίστοιχα των παραπάνω εισφορών δικηγόρων.
θ) Για την προαγωγή δικηγόρου παρ’ Εφέταις ή στον Άρειο Πάγο ή απευθείας στον Αρειο Πάγο, στο ισόποσο πέντε (5), δέκα (10) καιδεκαπέντε (15) αντίστοιχα των παραπάνω, κατά το εδάφιο ζ, μηνιαίων εισφορών δικηγόρου, όπως αυτές ισχύουν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης προαγωγής.
κστ) Από τις καταβολές τέλεσης γάμου»

2. Η εισφορά του άρθρου 12 του ΝΔ 4114/1960, που επαναφέρεται σε ισχύ με τη διάταξη της προηγούμενης παραγράφου, ορίζεται στο ισόποσο πέντε (5) μηνιαίων εισφορών, όπως αυτές ισχύουν κατά το χρόνο της καταβολής. Προκειμένου για άμισθους ασφαλισμένους η μηνιαία εισφορά λαμβάνεται χωρίς μείωση για την πρώτη πενταετία και, προκειμένου για συμβολαιογράφους, ως μηνιαία εισφορά νοείται η εισφορά που προβλέπεται για τους δικηγόρους.

3. Οι διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 10 του ΝΔ 4114/1960, που καταργήθηκαν με το άρθρο 18 του Ν 1090/1980, επαναφέρονται σε ισχύ και ανακαθορίζεται η εγγύηση συμβολαιογράφου, που διορίζεται σε έδρα Ειρηνοδικείου ή Πρωτοδικείου, στο ισόποσο είκοσι (20) και τριάντα (30) αντίστοιχα μηνιαίων εισφορών δικηγόρου με υπερπενταετή υπηρεσία, που θα ισχύουν κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης διορισμού. Προκειμένου για διορισμό στην έδρα των Πρωτοδικείων Αθήνας, Πειραιά και Θεσσαλονίκης η εγγύηση ορίζεται στο ισόποσο των σαράντα (40) πιο πάνω εισφορών δικηγόρου.

4. Η παράγραφος 1 του άρθρου 10 του ΝΔ 4114/1960 αντικαθίσταται ως εξής:
«1. Σε περίπτωση καθυστέρησης απόδοσης απαιτήσεών του το Ταμείο δικαιούται να απαιτήσει τον τόκο υπερημερίας που προβλέπεται κάθε φορά, εκτός αν πρόκειται για οφειλές ασφαλισμένων ή συνταξιούχων, για τις οποίες ορίζεται προσαύξηση από τις κείμενες διατάξεις, το ποσοστό της οποίας μπορεί να ανακαθορίζεται με τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 3 του Ν 1090/1980 (ΦΕΚ 263)».
Άρθρο 13

Στο τέλος του άρθρου 10 του ΝΔ 4114/1960 προστίθενται παράγραφοι 8 και 9 που έχουν ως εξής:
«8. Από τη συνολική αμοιβή του δικηγόρου, που οφείλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 161 του ΝΔ 3026/1954 (ΦΕΚ 235), όπως αυτές ισχύουν κάθε φορά, ποσοστό δέκα τα εκατό (10%) περιέρχεται ως εισφορά στο Ταμείο Νομικών από το οποίο το τέσσερα τα εκατό (%) δίδεται στο Κ.Ε.Α.Δ. Η εισφορά αυτή αποδίδεται στο Ταμείο κατά τον ίδιο τρόπο που αποδίδονται και τα δικαιώματα του από το συμβολαιογράφο.
9. α) Δικηγόροι, που παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου και αμείβονται με πάγια αντιμισθία, έχουν την υποχρέωση να καταβαλλουν στο Ταμείο Νομικών εκτός από την εισφορά που αποδίδουν με το ασφαλιστικό βιβλιάριο και εισφορά 3% που υπολογίζεται στο σύνολο των κάθε είδους μηνιαίων αποδοχών τους, για το μέρος αυτών που αντιστοιχεί κάθε φορά στο μισθό του 13ου κλιμακίου δημοσίου πολιτικού υπαλλήλου, ποσοστό δε 5% για το επιπλέον ποσό. Η εισφορά αυτή παρακρατείται από τις αποδοχές του δικηγόρου και αποδίδεται στο Ταμείο Νομικών μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του επόμενου μήνα από την ημερομηνία της παρακράτησης, από τον εντολέα του. Η απόδοση της παραπάνω εισφοράς γίνεται με κατάθεση του οφειλόμενου ποσού είτε στο Ταμείο Νομικών, είτε στα κατά τόπους υποκαταστήματα της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος για λογαριασμό του Ταμείου.
β) Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι υποχρεούνται να αποστέλλουν στο Ταμείο Νομικών, μέχρι τέλους Απριλίου κάθε έτους, κατάσταση που θα συντάσσεται βάσει των δηλώσεων του άρθρου 28 του ΝΔ 3026/1954 (ΦΕΚ235) και θα περιλαμβάνει τους δικηγόρους που παρέχουν τις υπηρεσίεςτους με πάγια αντιμισθία, στην οποία θα αναφέρονται: το ονοματεπώνυμοκαι η διεύθυνση του δικηγόρου, το ονοματεπώνυμο ή η επωνυμία και η διεύθυνση του εντολέα και το ποσό των μηνιαίων αποδοχών».
Άρθρο 14

1. Το ποσοστό που ορίζεται στη διάταξη του υπεδαφίου αα) του εδαφίου ιστ’ της παρ. 1 του άρθρου 10 του ΝΔ 4114/1960 ορίζεται στο εξής σε 1.30%.

2. Το εδάφιο α) της παρ. 2 του μόνου άρθρου του ΝΔ 317/1969(ΦΕΚ 211) αντικαθίσταται ως εξής:
α) Στο Ταμείο Νομικών 10%.

3. Η διάταξη της περίπτωσης 3 και η ακόλουθη αυτής διάταξη του υπεδαφίου γγ) του εδαφίου ιστ’ της παρ. 1 του άρθρ. 10 του ΝΔ 4114/1960 αντικαθίστανται και συμπληρώνονται ως εξής:
«3) Οι πράξεις παράτασης του χρόνου διαρκείας των εταιρειών. Στην περίπτωση αυτή το παραπάνω ποσοστό καταβάλλεται για το ποσό κεφαλαίων των εταιρειών για το οποιο οφείλεται το οικείο τέλος χαρτοσήμου. Το οφειλόμενο, από τις προηγούμενες διατάξεις, δικαίωμα του Ταμείου δεν μπορεί, σε καμιά περίπτωση, να είναι μικρότερο από το μισό του κατώτατου ορίου του τέλους χαρτοσήμου, που προβλέπεται κάθε φορά για τα καταστατικά εταιρειών. Κάθε άλλη τροποποιήση καταστατικού, καθώς και η διάλυση εταιρείας υπόκεινται σε πάγιο δικαίωμα του Ταμείου δραχμών εκατό (100)».
Αρθρο 15

[17]
Αρθρο 16

Από την πρώτη του επόμενου μήνα απο εκείνον της δημοσίευσης αυτού του νόμου, καταργούνται, οι διατάξεις της τρίτης περιόδου της παραγράφου 3 του άρθρ. 19 του ΝΔ 4114/1960, που είχαν αντικατασταθεί με το άρθρου 6 του Ν 1090/1980 και της παραγράφου 9 του άρθρου 20 του ΝΔ 4114/1960 που είχαν αντικατασταθεί με το άρθρου 9 του Ν 730/1977. Συντάξεις που χορηγήθηκαν με βάση τις πιο πάνω καταργούμενες διατάξεις εξακολουθούν να καταβάλλονται στο ίδιο χρηματικό ποσό μέχρι που η επιπλέον διαφορά καλυφθεί από μελλοντικές αυξήσεις.
Αρθρο 17

Εναρξη ισχύοs.

Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει:
α) Των άρθρων 12, 13, 14, 15 και 16 για το Ταμείο Νομικών από την πρώτη του επομένου μήνα, μετά απο εκείνο της δημοσίευσης του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις, και
β) των λοιπών άρθρων από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις.

ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ της 27 Σεπτ. /7 Νοεμ. 1985

(ΦΕΚ Δ’631) Τεχνικός Κανονισμός για τον τρόπο κατανομής δαπανών κεντρικής θέρμανσης σε κτίρια που περιλαμβάνουν περισσότερες της μιας ιδιοκτησίες.

Έχοντας υπόψη:

  1. Τις διατάξεις του άρθρ. 6 του Νομ. 1512/1985 (ΦΕΚ 4/Α) και ειδικότερα την παρ. 7 αυτού.
  2. Τις διατάξεις του Νομ. 1558/1985 «Κυβέρνηση και Κυβερνητικά όργανα» (ΦΕΚ 137/Α).
  3. Την υπ’ αριθ. 708/1985 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας,

με πρόταση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Περιβάλλοντος Χωροταξίας και

Δημοσίων Έργων, αποφασίζουμε:

ΤΕΧΝΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑΝΟΜΗΣ ΔΑΠΑΝΩΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΘΕΡΜΑΝΣΗΣ ΚΤΙΡΙΩΝ

Άρθρο 1.

  1. ΓΕΝΙΚΑ
    1. Ο κανονισμός αυτός αφορά στον τρόπο κατανομής ανά ιδιοκτησία των δαπανών κεντρικής θέρμανσης κτιρίων που περιλαμβάνουν περισσότερες της μιας οριζόντιες ιδιοκτησίες.
    2. Η Κεντρικής θέρμανση των κτιρίων της προηγουμένης περίπτωσης (1.1.) είναι κοινόχρηστο αγαθό και ο τρόπος κατανομής των δαπανών της στις επί μέρους ιδιοκτησίες γίνεται ως εξής:
  2. ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ ΤΩΝ ΘΕΡΜΙΚΩΝ ΑΠΩΛΕΙΩΝ
    1. Στοιχεία του κτιρίου
      1. Ολικές βασικές απώλειες του κτιρίου Qβ.ολ [ΚcαΙ/h].

        Qβ.ολ = Qολ -Σ (QFi + Qαi)

        i

        όπου,

        Qολ. (KcαΙ/h) οι ολικές θερμικές απώλειες του κτιρίου, όπως προκύπτουν από την μελέτη θέρμανσης του κτιρίου (Ι)

        i(-) δείκτης της κάθε ιδιοκτησίας που από τη μελέτη προβλέπεται ότι θερμαίνεται.

        QFi (ΚcαΙ/h) : οι θερμικές απώλειες δια μέσου των εξωτερικών ανοιγμάτων (πόρτες, παράθυρα κ.α.) της ιδιοκτησίας i όπως προκύπτουν από τη μελέτη θέρμανσης του κτιρίου (Ι).

        Qαi (ΚcαΙ/h) οι θερμικές απώλειες χαραμάδων των εξωτερικών ανοιγμάτων της ιδιοκτησίας i όπως προκύπτουν από τη

        μελέτη

        θέρμανσης του κτιρίου.

        (Ι) Συμπεριλαμβάνονται οι προσαυξήσεις λόγω προσανατολισμού

        διακοπών κλπ.

      2. Ειδικές βασικές απώλειες του κτιρίου. [ΚcαΙ/m3h]

        QB . ολ

        qβ = ———

        ΣVi i

        όπου Vi [m3) ο όγκος της ιδιοκτησίας i όπως προκύπτει από τις διαστάσεις που χρησιμοποιήθηκαν στη μελέτη της κεντρικής θέρμανσης.

    2. Στοιχεία των ιδιοκτησιών
      1. Θερμικές απώλειες Qi (ΚcαΙ/h) που επιβαρύνουν την ιδιοκτησία i

        Qi = Vi . qB + QFi + Qαi

      2. Συντελεστής επιβαρύνσεων εi της ιδιοκτησίας i Qi

        εi = —-

        ΣQi

        o εi είναι χαρακτηριστικός συντελεστής της κάθε ιδιοκτησίας που αναγράφεται στα σχέδια που συνοδεύουν τη μελέτη κατανομής δαπανών κεντρικής θέρμανσης.

      3. Συντελεστής παραμένουσας επιβαρύνσεως fi (-) της ιδιοκτησίας i

        Qi fi = —-

        Qi

        όπου Q . (ΚcαΙ/h) οι θερμικές απώλειες που επιβαρύνουν την ιδιοκτησία i σε περίπτωση που παροχή θέρμανσης σε αυτήν από το δίκτυο κεντρικής θέρμανσης διακόπτεται. Ο συντελεστής fi είναι χαρακτηριστικός της κάθε ιδιοκτησίας και αναγράφεται στα σχέδια που συνοδεύουν τη μελέτη κατανομής δαπανών κεντρικής θέρμανσης. Για τον υπολογισμό του fi βλέπε παρ. 4.

  3. ΤΡΟΠΟΣ ΚΑΤΑΝΟΜΗΣ ΤΩΝ ΔΑΠΑΝΩΝ
    1. Δαπάνες λειτουργίας
      1. Σε κτίρια χωρίς μετρητές παροχής θερμότητας, οι δαπάνες λειτουργίας κατανέμονται με τα παραπάνω ποσοστά π(%)

        Ι – ΣFλ . ελ

        πi = εi —————— . 100

        Ι – Σελ

        όπου λ οι ιδιοκτησίες που θα είναι κλειστές τουλάχιστον για ένα μήνα και που η παροχή θέρμανσης διακόπτεται προσωρινά.

        Στην περίπτωση που θερμαίνονται όλες οι ιδιοκτησίες είναι Σελ – 0 οπότε

        πi = εi . 100

      2. Σε κτίρια με μετρητές της παροχής θερμότητας σε κάθε μία ιδιοκτησία οι δαπάνες λειτουργίας κατανέμονται με τα παρακάτω ποσοστά

        π(%)

        Μi

        πi = [fi . εi + —- . (Ι-Σfi . εi) . 100

        όπου Μi η διαφορά ενδείξεων του μετρητή της ιδιοκτησίας i ανάμεσα στην τελευταία και την προηγουμένη καταγραφή. Η παραπάνω σχέση καλύπτει και την περίπτωση που θα συμβεί προσωρινή διακοπή στη θέρμανση μιας ή περισσοτέρων ιδιοκτησιών λ από το δίκτυο της κεντρικής θέρμανσης. Στην περίπτωση αυτή, θα είναι Μλ

        = 0, οπότε η παραπάνω σχέση γίνεται για τις ιδιοκτησίες λ. πλ = fλ . ελ . 100

          1. Έκτακτες δαπάνες

            Η κατανομή των έκτακτων δαπανών γίνεται με τα παρακάτω ποσοστά π(%)

            π.i = εi . 100

            που ισχύουν και στην περίπτωση των κτιρίων με μετρητές θερμότητας και στην περίπτωση κτιρίων χωρίς τέτοιους μετρητές, καθώς και για τις ιδιοκτησίες λ που η παροχή θέρμανσης από το δίκτυο κεντρικής θέρμανσης διακόπτεται προσωρινά.

          2. Κατανομή δαπανών σε ειδικές περιπτώσεις.
            1. Ιδιοκτησίες στις οποίες παρέχεται από τον κανονισμό των σχέσεων των συνιδιοκτητών της οικοδομής, η δυνατότητα να αποσυνδεθούν μόνιμα από το δίκτυο κεντρικής θέρμανσης του κτιρίου και που διαθέτουν ανεξάρτητη μόνιμη εγκατάσταση δεν επιβαρύνονται ούτε με δαπάνες λειτουργίας ούτε με έκτακτες δαπάνες κεντρικής θέρμανσης.

              «Ανεξαρτήτως σχετικής προβλέψεως στον κανονισμό σχέσεων των συνιδιοκτητών του κτιρίου, οι διατάξεις της ανωτέρω παραγράφου ισχύουν και σε ιδιοκτησίες οι οποίες αποσυνδέονται μόνιμα από το δίκτυο κεντρικής θέρμανσης του κτιρίου σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 5 του άρθρου 2 του Π.Δ. 420/1987 και διαθέτουν ανεξάρτητη μόνιμη εγκατάσταση θέρμανσης με χρήση αερίων καυσίμων.»

              ***Το εντός «»εδάφιο προστέθηκε με την παρ.11 του άρθρου 30 του Ν.3175/2003 (ΦΕΚ Α 207)

              Οι συντελεστές εi των υπόλοιπων ιδιοκτησιών θα αναμορφώνονται σε:

              Ι

              εi = εi . —–

              Ι-Σεα

              i διάφορο του α

              όπου α οι ιδιοκτησίες που θα αποσυνδεθούν μόνιμα και θερμαίνονται με ανεξάρτητη εγκατάσταση θέρμανσης. Τα ποσοστά κατανομής π των έκτακτων δαπανών και των δαπανών λειτουργίας στις ιδιοκτησίες i που θα παραμείνουν σε σύνδεση με το δίκτυο της κεντρικής θέρμανσης υπολογίζονται πάντοτε με τις σχέσεις των παρ. 3.1.1., 3.1.2. και 3.2. αλλά με τους αναμορφωμένους συντελεστές ε’i στη θέση των εi. Οι ιδιοκτήτες των ιδιοκτησιών που θα αποσυνδεθούν με τον παραπάνω τρόπο από το δίκτυο της κεντρικής θέρμανσης είναι υποχρεωμένοι να μονώσουν τους σωλήνες της κεντρικής θέρμανσης που διέρχονται από την ιδιοκτησία τους. Οι δαπάνες μόνωσης των παραπάνω σωλήνων, καθώς και οι έκτακτες δαπάνες της ιδιοκτησίας θα βαρύνουν τον ιδιοκτήτη της.

              Οι υπόλοιπες έκτακτες δαπάνες που ενδέχεται να προκύψουν επειδή αποσυνδέθηκε μόνιμα μία ή περισσότερες ιδιοκτησίες κατανέμονται σε όλες τις ιδιοκτησίες, ανάλογα με τα ποσοστά πi που ίσχυαν πριν από την αποσύνδεση.

            2. Ιδιοκτησίες, που η θέρμανσή τους δεν προβλέπεται από τη μελέτη, δεν επιβαρύνονται με δαπάνες κεντρικής θέρμανσης.
  4. ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗ fi

    Ο συντελεστής fi υπολογίζεται από τη σχέση. fi = ω (χ’ – y – z)

    Οι τιμές των συντελεστών ω,χ,y και z δίνονται παρακάτω.

    1. Τιμές του ω
      1. Κτίρια με θερμομόνωση σύμφωνη με το σχετικό κανονισμό και για
        • ιδιοκτησίες στο ισόγειο ή ημιυπόγειο:

          ω = 0,60

        • ιδιοκτησίες σε ενδιάμεσο όροφο : ω = 0,65
        • τις υπόλοιπες ιδιοκτησίες δηλαδή εκείνες που το 50% τουλάχιστον της

          οροφής ή του δαπέδου τους αποτελεί εξωτερική επιφάνεια : ω = 0,55

      2. Κτίρια χωρίς θερμομόνωση σύμφωνη με το σχετικό κανονισμό και για
  • ιδιοκτησίες στο ισόγειο ή ημιυπόγειο: ω = 0,50
  • ιδιοκτησίες σε ενδιάμεσο όροφο : ω = 0,55
  • τις υπόλοιπες ιδιοκτησίες όπως χαρακτηρίζονται στην παρ. 4.1.1.:ω =

    45

      1. Τιμές του χ

        Για ιδιοκτησίες μέσα από τις οποίες:

  • Διέρχονται σωληνώσεις του δικτύου διανομής για περισσότερα από τα 2/3 των θερμαντικών σωμάτων :χ=0
  • Δεν διέρχονται σωληνώσεις του δικτύου διανομής ή διέρχονται για λιγότερα από το 1/3 των θερμαντικών σωμάτων :χ=0,06
  • Για τις υπόλοιπες περιπτώσεις διέλευσης σωλήνων του δικτύου

:χ=0,03

    1. Τιμές του Υ

      Για ιδιοκτησία εμβαδού F που είναι:

      F >= 110 m2 :y = 0

      75 m2 <= F < 110 m2 :y = 0,04 40 m2 <= F < 75 m2 :y = 0,08 F < 40 m2 :y = 0,12

    2. Τιμές του Ζ Fεξ.i

Αν σF = ——– και όπου:

F εξ.i: η εξωτερική παράπλευρη επιφάνεια της ιδιοκτησίας i, χωρίς την οροφή και το δάπεδο.

F παρ.i : η συνολική παράπλευρη επιφάνεια της ιδιοκτησίας i, χωρίς την οροφή και το δάπεδο για ιδιοκτησία με σF:

σF <= 0,20 :Ζ=0 0,20 <σF <= 0,35 :Ζ=0,05 0,35 < σF <=0,50 :Ζ=0,10 0,50 < σF <= 0,65 :Ζ=0,15 σF > 0,65 :Ζ=0,20

Κατά τον υπολογισμό της εξωτερικής παράπλευρης επιφάνειας συνυπολογίζεται και η επιφάνεια που συνορεύει με χώρους που δε θερμαίνονται (κοινόχρηστοι χώροι, αποθήκες, φρεάτια ανελκυστήρων κ.α.), αφού πολλαπλασιαστεί με το συντελεστή 0,5.

Άρθρο 2.

  1. Η μελέτη κατανομής δαπανών κεντρικής θέρμανσης συντάσσεται από μηχανικό, που έχει από τις διατάξεις που ισχύουν δικαίωμα σύνταξης μελετών κεντρικής θέρμανσης και περιλαμβάνει τους αναγκαίους υπολογισμούς σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο και του πίνακα κατανομής ποσοστών συμμετοχής της κάθε ιδιοκτησίας στις δαπάνες κεντρικής θέρμανσης (λειτουργίας και έκτακτες) όπως το υπόδειγμα που δημοσιεύεται με το παρόν δ/γμα.

    Η συμπλήρωση της στήλης (θερμαντική επιφάνεια των σωμάτων) και της ένδειξης ΙΣΧΥΣ ΛΕBΗΤΑ, που φαίνονται στον πίνακα είναι προαιρετικά.

  2. Η μελέτη αυτή συνυποβάλλεται στην αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία μαζί με τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά για την έκδοση της οικοδομικής άδειας.
  3. Οποιαδήποτε μεταβολή στην επιφάνεια ή το είδος των θερμαντικών σωμάτων κατά το στάδιο της κατασκευής ή και οποτεδήποτε μεταγενέστερα επιβάλλει την τροποποίηση του πίνακα κατανομής με ευθύνη και δαπάνες του πραγματοποιούντος τη μεταβολή.
  4. Ο επιμερισμός των δαπανών της κεντρικής θέρμανσης στους κατά νόμο υπόχρεους μπορεί να γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που μεταγράφεται, περιλαμβανόμενος στον κανονισμό των σχέσεων των συνιδιοκτησιών της οικοδομής.

ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑΝΟΜΗΣ ΔΑΠΑΝΩΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΘΕΡΜΑΝΣΗΣ

Ι. ΣΥΜBΟΛΑ

———-

Qολ (ΚcαΙ/h) : Οι ολικές θερμικές απώλειες του κτιρίου, όπως προκύπτουν από τη μελέτη θέρμανσης του κτιρίου (Ι).

i (–) : Δείκτης της κάθε ιδιοκτησίας που από τη μελέτη προβλέπεται ότι θερμαίνεται.

QFi (KcαΙ/h) : Οι θερμικές απώλεις δια μέσου των εξωτερικών ανοιγμάτων (πόρτες, παράθυρα κ.α.) της ιδιοκτησίας i, όπως προκύπτουν από τη μελέτη θέρμανσης του κτιρίου (Ι)

Qαi (ΚcαΙ/h) : Οι θερμικές απώλειες χαραμάδων των εξωτερικών ανοιγμάτων, όπως προκύπτουν από τη μελέτη

θέρμανσης

του κτιρίου.

QBολ (ΚcαΙ/h) : Οι ολικές βασικές απώλειες του κτιρίου qB (Κcαl/h) : Οι ειδικές βασικές απώλειες του κτιρίου Vi (m3) : Ο όγκος της ιδιοκτησίας i

Qi (KcαΙ/h) : Θερμικές απώλειες που επιβαρύνουν την ιδιοκτησία i εi (-) : Συντελεστής επιβάρυνσης της ιδιοκτησίας i

F εξ.i (m2) : Η εξωτερική παράπλευρη επιφάνεια της ιδιοκτησίας i (συμπεριλαμβάνεται και η επιφάνεια που συνορεύει με χώρους που δεν θερμαίνονται αφού πολλαπλασιαστεί με συντελεστή 0,5) χωρίς την οροφή και το δάπεδο.

F παρ.i(m2) : Η συνολική παράπλευρη επιφάνεια της ιδιοκτησίας

i

χωρίς την οροφή και το δάπεδο

σFi (-) : Ο λόγος της εξωτερικής παράπλευρης επιφάνειας

προς

τη συνολική παράπλευρη επιφάνεια της ιδιοκτησία i (Fεξ . Fπαρ.i).

ω (-) : Συντελεστής σχετικός με την ύπαρξη ή όχι θερμομόνωσης σύμφωνα με τον κανονισμό και τη θέση της ιδιοκτησίας στο κτίριο.

Άρθρο 4.

Η ισχύς του παρόντος δ/τος αρχίζει:

α) για την παρ. 2 του άρθρ. 2 δύο μήνες μετά τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

β) για τις λοιπές διατάξεις από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

ΝΟΜΟΣ 3175/2003 ΦΕΚ Α/ 207/ 29.8.2003
Αξιοποίηση του γεωθερμικού δυναμικού, τηλεθέρμανση και άλλες διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

Άρθρο 1
Σκοπός

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΓΕΩΘΕΡΜΙΑ – ΔΙΑΝΟΜΗ ΘΕΡΜΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

1. Σκοπός του νόμου αυτού είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων για την ορθολογική αξιοποίηση του γεωθερμικού δυναμικού της χώρας.
Η αξιοποίηση του γεωθερμικού δυναμικού, ως ανανεώσιμης πηγής ενέργειας, προωθεί τη βιώσιμη ανάπτυξη και εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον.
Αξιοποίηση θεωρείται η έρευνα, εκμετάλλευση και διαχείριση του γεωθερμικού δυναμικού.

2. Ο Υπουργός Ανάπτυξης, με απόφαση του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να ορίζει ότι το δικαίωμα διαχείρισης του γεωθερμικού δυναμικού κατισχύει του δικαιώματος εκμετάλλευσης άλλων μεταλλευτικών ή λατομικών ορυκτών, εφόσον κατά την κρίση του η συγκεκριμένη εκμετάλλευση του γεωθερμικού δυναμικού είναι μεγαλύτερης σημασίας για την εθνική οικονομία. Στην περίπτωση αυτή έχουν εφαρμογή και οι διατάξεις των άρθρων 128 έως 138 του Μεταλλευτικού Κώδικα.

3. Ζητήματα που ανακύπτουν μεταξύ των φορέων της εκμετάλλευσης ιαματικών πηγών και διαχείρισης γεωθερμικού δυναμικού, σχετικά με τις επιπτώσεις από τα έργα έρευνας και διαχείρισης γεωθερμικού δυναμικού στη δίαιτα, στην παροχή ή την ποιότητα του νερού αναγνωρισμένων ιαματικών πηγών, ρυθμίζονται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, ύστερα από γνώμη της Επιτροπής Προστασίας Ιαματικών Φυσικών Πόρων και Ιαματικών Πηγών της Γενικής Γραμματείας Τουρισμού και του Ινστιτούτου Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (Ι.Γ.Μ.Ε.) την οποία εκφράζουν μέσα σε προθεσμία που ορίζεται, κατά περίπτωση, από τον Υπουργό Ανάπτυξης.

Άρθρο 2
Ορισμοί

1. Για την εφαρμογή του νόμου:

(α)Γεωθερμικό δυναμικό είναι το σύνολο των γηγενών φυσικών ατμών, των θερμών νερών, επιφανειακών ή υπογείων, και της θερμότητας των γεωλογικών σχηματισμών, που υπερβαίνουν τους είκοσι πέντε βαθμούς Κελσίου (25 °C).
(β) Γεωθερμικό πεδίο είναι ο ενιαίος μεταλλευτικός χώρος μέσα στον οποίο εντοπίζεται αυτοτελές γεωθερμικό δυναμικό.
(γ) Προϊόν του γεωθερμικού πεδίου θεωρείται το αξιοποιήσιμο θερμοενεργειακό του περιεχόμενο.
(δ) Παραπροϊόντα θεωρούνται άλλα προϊόντα που συμπαράγονται εκτός από το θερμοενεργειακό περιεχόμενο του γεωθερμικού πεδίου.
(ε) Υποπροϊόν θεωρείται το γεωθερμικό ρευστό που απομένει, ύστερα από την απόληψη των κατά τα ανωτέρω προϊόντων και παραπροϊόντων.
(στ) Τα γεωθερμικά πεδία διακρίνονται στις εξής κατηγορίες:
αα. χαμηλής θερμοκρασίας όταν η θερμοκρασία του προϊόντος κυμαίνεται από 25°C – 90°C,
ββ. υψηλής θερμοκρασίας όταν η θερμοκρασία του προϊόντος υπερβαίνει τους 90 °C.

(ζ) Βεβαιωμένο γεωθερμικό πεδίο είναι το πεδίο του οποίου τα χαρακτηριστικά είναι πιστοποιημένα με υψηλό βαθμό αξιοπιστίας με ερευνητικές εργασίες. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης καθορίζονται τα χαρακτηριστικά και ο βαθμός αξιοπιστίας των εκτιμήσεων προκειμένου ένα γεωθερμικό πεδίο να χαρακτηρισθεί βεβαιωμένο.

(η) Πιθανό γεωθερμικό πεδίο είναι το πεδίο, του οποίου τα χαρακτηριστικά εκτιμώνται από προκαταρκτικά ερευνητικά έργα. Με την υπουργική απόφαση της προηγούμενης περιπτώσεως καθορίζονται τα χαρακτηριστικά και ο βαθμός αξιοπιστίας των εκτιμήσεων προκειμένου ένα γεωθερμικό πεδίο να χαρακτηρισθεί πιθανό.

(θ) Διαχείριση του γεωθερμικού πεδίου είναι το σύνολο των δραστηριοτήτων που αποσκοπούν στην παραγωγική εξόρυξη του γεωθερμικού ρευστού, την ορθολογική αξιοποίηση προϊόντος και παραπροϊόντων, τη διανομή και ελεύθερη διάθεση τους σε τρίτους για κάθε είδους εφαρμογές και την περιβαλλοντικά συμβατή διάθεση των υποπροϊόντων.

2. Ο χαρακτηρισμός κάθε γεωθερμικού πεδίου και η υπαγωγή του σε κατηγορία γίνεται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης μετά από γνώμη του Ι.Γ.Μ.Ε.

Άρθρο 3
Εφαρμοζόμενες διατάξεις

1. Το γεωθερμικό δυναμικό εντάσσεται στην παρ. 1 του άρθρου 2 του Ν.Δ. 210/1973 «Περί Μεταλλευτικού Κωδικός» (ΦΕΚ 277 Α’).
2. Το δικαίωμα έρευνας και διαχείρισης του γεωθερμικού δυναμικού και των γεωθερμικών πεδίων ανήκει, κατά την έννοια του άρθρου 143 του Ν.Δ. 210/1973, μόνο στο Δημόσιο.
3. Οι διατάξεις του Μεταλλευτικού Κώδικα και γενικότερα της μεταλλευτικής νομοθεσίας εφαρμόζονται και για το γεωθερμικό δυναμικό, εφόσον δεν γίνεται διαφορετική ρύθμιση με τις διατάξεις του νόμου αυτού.
4. Η αδειοδότηση εγκαταστάσεων για την περαιτέρω αξιοποίηση των προϊόντων και παραπροϊόντων, όπως αφαλάτωση – θέρμανση θερμοκηπίων, δεν ρυθμίζονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Ειδικά για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 10.

Άρθρο 4
Άσκηση δικαιώματος έρευνας και διαχείρισης γεωθερμικού δυναμικού

1. Το δικαίωμα του Δημοσίου για έρευνα και διαχείριση γεωθερμικού δυναμικού εκμισθώνεται ύστερα από πλειοδοτικό διαγωνισμό με γραπτές σφραγισμένες προσφορές. Η διάρκεια της μίσθωσης του δικαιώματος έρευνας ορίζεται μέχρι πέντε έτη, με δικαίωμα μονομερούς παράτασης από το μισθωτή για δύο επιπλέον έτη. Η διάρκεια μίσθωσης του δικαιώματος διαχείρισης ορίζεται μέχρι είκοσι πέντε έτη, με δικαίωμα μονομερούς παράτασης από το μισθωτή για πέντε επιπλέον έτη.

2. Για χώρους που δεν έχουν ερευνηθεί ή για πιθανά γεωθερμικά πεδία εκμισθώνεται το δικαίωμα έρευνας. Ο συναγωνισμός μεταξύ των διαγωνιζομένων αναφέρεται στις δαπάνες για τη διενέργεια ερευνών εντός του υπό μίσθωση χώρου, στο είδος των ερευνών και τη σταδιακή εξέλιξη τους σε συνάρτηση με το χρόνο εκτέλεσης τους και πραγματοποίησης των δαπανών. Εφόσον μετά τη λήξη της ερευνητικής περιόδου, που καθορίζεται στη σύμβαση, πιστοποιηθεί βεβαιωμένο γεωθερμικό πεδίο και υποβληθεί μέσα σε τρεις μήνες από το μισθωτή ακριβής, επαρκής και συμφέρουσα κατά την κρίση του εκμισθωτή οικονομοτεχνική μελέτη διαχείρισης του πεδίου, παρέχεται στο μισθωτή και το δικαίωμα διαχείρισης. Σε διαφορετική περίπτωση επέρχεται η λύση της μίσθωσης. Για την παραχώρηση του δικαιώματος διαχείρισης ακολουθείται επιπλέον η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 14, εφόσον η διαχείριση περιλαμβάνει και τη διανομή θερμικής ενέργειας σε τρίτους.

3. Στην περίπτωση βεβαιωμένων γεωθερμικών πεδίων εκμισθώνεται το δικαίωμα διαχείρισης. Ο συναγωνισμός μεταξύ των διαγωνιζομένων αναφέρεται στο ύψος του προϋπολογισμού, στη βιωσιμότητα της προτεινόμενης επένδυσης, στο βαθμό ορθολογικής διαχείρισης του γεωθερμικού πεδίου, με βάση οικονομοτεχνική μελέτη που υποβάλλεται με την προσφορά για αξιολόγηση, και στα κριτήρια που προβλέπονται για τη χορήγηση άδειας διανομής θερμικής ενέργειας σε τρίτους του άρθρου 14, εφόσον η διαχείριση περιλαμβάνει και τη διανομή θερμικής ενέργειας σε τρίτους.

4. Για την επιλογή του πλειοδότη εκτιμάται και η δυνατότητα αυτών που διαγωνίζονται να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν με την προσφορά τους.

5. Η διαχείριση του γεωθερμικού πεδίου περιλαμβάνει το σύνολο των δραστηριοτήτων, χρήσεων και εφαρμογών που απαιτεί η ολοκληρωμένη ορθολογική αξιοποίηση του για γεωργική, οικιστική, βιοτεχνική, βιομηχανική και ηλεκτροπαραγωγική εκμετάλλευση.

Άρθρο 5
Όροι και αρμοδιότητα εκμίσθωσης διαχείρισης γεωθερμικών πεδίων

1. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης ρυθμίζονται οι ειδικότεροι όροι και η διαδικασία εκμίσθωσης του αναφερόμενου στην παρ. 1 του άρθρου 4 δικαιώματος και της εν γένει διαχείρισης των γεωθερμικών πεδίων της Χώρας. Η απόφαση αυτή μεταξύ άλλων περιλαμβάνει:

(α) Τους ειδικότερους όρους της προκήρυξης.
(β) Τη διαδικασία διεξαγωγής του διαγωνισμού και ιδίως την αξιολόγηση από τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (Ρ.Α.Ε.) των προσφορών που υποβάλλονται σχετικώς με τη διανομή θερμικής ενέργειας σε τρίτους.
(γ) Τις εγγυητικές επιστολές συμμετοχής στη δημοπρασία και καλής εκτέλεσης των όρων της σύμβασης.
(δ) Τα δικαιολογητικά και προδιαγραφές των μελετών που υποβάλλουν οι υποψήφιοι μισθωτές.
(ε) Τον τρόπο καθορισμού των ελάχιστων και αναλογικών μισθωμάτων και προκειμένου για τα προϊόντα βάσει της αποδιδόμενης ενέργειας ή του ενεργειακού περιεχομένου.
(στ) Τα στοιχεία και τις μελέτες που υποβάλλουν οι υποψήφιοι μισθωτές.
(ζ) Τους ειδικότερους όρους της σύμβασης.
(η) Τις διαδικασίες παρακολούθησης και ελέγχου της τήρησης των όρων της σύμβασης, κατάπτωσης εγγυητικών επιστολών και λύσης της σύμβασης.

2. Η εκμίσθωση και διαχείριση των πιθανών και βεβαιωμένων γεωθερμικών πεδίων χαμηλής θερμοκρασίας διενεργείται από το Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας. Κατά των πράξεων του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας επιτρέπεται ενδικοφανής προσφυγή ουσίας που ασκείται από τον ενδιαφερόμενο στον Υπουργό Ανάπτυξης μέσα σε έναν (1) μήνα από την επίδοση της πράξεως.

3. Η εκμίσθωση και διαχείριση μη ερευνημένων χώρων και των γεωθερμικών πεδίων υψηλής θερμοκρασίας διενεργείται από τον Υπουργό Ανάπτυξης. Κατά των σχετικών πράξεων του Υπουργού Ανάπτυξης επιτρέπεται προσφυγή που ασκείται από τον ενδιαφερόμενο μέσα σε έναν μήνα από την επίδοση της πράξεως ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, το οποίο εκδικάζει τη διαφορά σε πρώτο και τελευταίο βαθμό.

Άρθρο 6
Υποχρεώσεις και δικαιώματα μισθωτών γεωθερμικών πεδίων

1. Ο μισθωτής κάθε γεωθερμικού πεδίου μεταξύ των άλλων υποχρεούται:

(α) Στην κατάθεση εγγυητικών επιστολών εκπλήρωσης των όρων της σύμβασης.
(β) Στην εκτέλεση και πιστή εφαρμογή των ερευνητικών προγραμμάτων και οικονομοτεχνικών μελετών του άρθρου 4, άλλως κηρύσσεται έκπτωτος.
(γ) Στην καταβολή στο Ελληνικό Δημόσιο από την έναρξη της εκμετάλλευσης αναλογικού μισθώματος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 84 του Ν.Δ. 210/1973.
(δ) Στην εφαρμογή, κατά τη διενέργεια των ερευνητικών εργασιών και των εργασιών διαχείρισης (παραγωγή προϊόντων, παραπροϊόντων και υποπροϊόντων) των διατάξεων του Κανονισμού Μεταλλευτικών και Λατομικών Εργασιών και του Κανονισμού Γεωθερμικών Εργασιών.
(ε) Πριν από κάθε επέμβαση, είτε κατά το ερευνητικό στάδιο είτε κατά το στάδιο διαχείρισης, να εφοδιασθεί με τις προβλεπόμενες από την ισχύουσα νομοθεσία για την άσκηση της δραστηριότητας διοικητικές άδειες και εγκρίσεις.

2. Ο μισθωτής κάθε γεωθερμικού πεδίου μεταξύ των άλλων δικαιούται:

(α) Να διαχειρίζεται στο πλαίσιο της εγκεκριμένης μελέτης και να διαθέτει τα προϊόντα, παραπροϊόντα και υποπροϊόντα του πεδίου υπό τους όρους και περιορισμούς των διατάξεων του παρόντος.
(β) Να καταλαμβάνει προσωρινώς εδάφη για την εκτέλεση ερευνητικών εργασιών με τη διαδικασία που ορίζεται στα άρθρα 39 έως 41 του Ν.Δ. 210/1973.

Άρθρο 7
Εκχώρηση μισθωτικών δικαιωμάτων

1. Ο μισθωτής δεν δικαιούται να εκχωρήσει και να μεταβιβάσει με οποιονδήποτε τρόπο, τύπο και μορφή τα μισθωτικά του δικαιώματα προς οποιοδήποτε τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, παρά μόνον ύστερα από έγκριση του Δημοσίου, το οποίο μπορεί να επιβάλλει πρόσθετους όρους.
2. Σε κάθε περίπτωση μεταβίβασης ή εκχώρησης των μισθωτικών δικαιωμάτων, μεριδίων ή ποσοστών ή μετοχών των συνεταίρων ή μετόχων προς οποιοδήποτε αλλοδαπό, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ιθαγένειας ή εθνικότητας αντιστοίχως κράτους μη μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαιτείται η προβλεπόμενη από τις κείμενες διατάξεις έγκριση.
3. Επίσημο αντίγραφο της οικείας συμβολαιογραφικής πράξης εκχώρησης ή μεταβίβασης πρέπει να υποβάλλεται σε κάθε περίπτωση στον εκμισθωτή, μέσα σε έναν (1) μήνα από τις κατά τα ως άνω εγκρίσεις.

Άρθρο 8
Κανονισμός Γεωθερμικών Εργασιών

Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, μετά από γνώμη του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (Τ.Ε.Ε.), του Ι.Γ.Μ.Ε. και του Κέντρου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Κ.Α.Π.Ε.), θεσπίζεται Κανονισμός Γεωθερμικών Εργασιών, που θα ρυθμίζει τους όρους και τον τρόπο διενέργειας γεωθερμικών εργασιών και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια από πλευράς ορθολογικής δραστηριότητας, υγιεινής και ασφάλειας εργαζομένων και περιοίκων.

Άρθρο 9
Ποινικές και διοικητικές κυρώσεις

1. Όποιος ερευνά ή διαχειρίζεται ή εκμεταλλεύεται γεωθερμικά πεδία χωρίς να έχει αποκτήσει σχετικό δικαίωμα, τιμωρείται ποινικώς με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και διοικητικώς με πρόστιμο από χίλια ευρώ έως εκατό χιλιάδες ευρώ, ανάλογα με τη βαρύτητα και τη συχνότητα της παραβάσεως. Αν η παράβαση αφορά αγροτικές εκμεταλλεύσεις επιβάλλεται μόνο πρόστιμο τριπλάσιο του μισθώματος που θα αναλογούσε αν είχε προηγηθεί μίσθωση του δικαιώματος.
2. Το πρόστιμο επιβάλλεται με απόφαση του Επιθεωρητή Μεταλλείων, κατά της οποίας επιτρέπεται προσφυγή ενώπιον του Υπουργού Ανάπτυξης σύμφωνα με το άρθρο 170 του Ν.Δ. 210/1973.

Άρθρο 10
Παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από γεωθερμία

1. Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από γεωθερμία και η χορήγηση της σχετικής άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, που προβλέπεται στις διατάξεις του Ν. 2773/1999 (ΦΕΚ286 Α’), επιτρέπεται μόνον εφόσον ο υποψήφιος έχει επιτύχει σε διαγωνισμό που διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού.

2. Η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (Ρ.Α.Ε.), λαμβάνοντας υπόψη τα βεβαιωμένα γεωθερμικά πεδία του άρθρου 2 παρ. 2 και σχετικές μελέτες του Ι.Γ.Μ.Ε., καταρτίζει κάθε δύο (2) έτη και δημοσιοποιεί κατάλογο υποψηφίων περιοχών που διαθέτουν βεβαιωμένο γεωθερμικό πεδίο, οι οποίες κρίνονται κατάλληλες για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από γεωθερμία. Στον κατάλογο αυτόν περιλαμβάνονται οι αναγκαίες τεχνικές λεπτομέρειες και τα αναγκαία λοιπά στοιχεία. Για τη σύνταξη του καταλόγου λαμβάνονται υπόψη οι δυνατότητες διασύνδεσης των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με γνώμη κατά περίπτωση του Διαχειριστή του Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας ή του Διαχειριστή του Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας, όπως αυτοί ορίζονται με τις διατάξεις του Ν. 2773/1999.

3. Ο Υπουργός Ανάπτυξης, μετά από εισήγηση της Ρ.Α.Ε., εκδίδει προκήρυξη στην οποία περιγράφονται οι όροι και η διαδικασία του διαγωνισμού, οι όροι και οι προϋποθέσεις συμμετοχής, καθώς και τα κριτήρια που θα ισχύουν για την επιλογή των υποψηφίων. Στην εισήγηση της Ρ.Α.Ε. λαμβάνεται υπόψη η γνώμη του Ι.Γ.Μ.Ε. και του Κέντρου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Κ.Α.Π.Ε.) σχετικά με τεχνικά θέματα της γεωθερμίας.

4. Η προκήρυξη δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σε μία ημερήσια εφημερίδα της Πρωτεύουσας και σε δύο εφημερίδες του νομού, όπου θα κατασκευασθεί το έργο, εφόσον υπάρχουν.

5. Η συγγραφή υποχρεώσεων και κάθε άλλο προβλεπόμενο στην προκήρυξη στοιχείο τίθενται στη διάθεση κάθε ενδιαφερομένου σε χρόνο που ορίζεται στην προκήρυξη. Η συγγραφή υποχρεώσεων περιέχει λεπτομερή περιγραφή των όρων και προϋποθέσεων για τα τεχνικά έργα, την προστασία του περιβάλλοντος, το χρονοδιάγραμμα κατασκευών, τους όρους της άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Ο κάτοχος του δικαιώματος διαχείρισης του γεωθερμικού πεδίου οφείλει, μέσα σε προθεσμία που ορίζεται στην προκήρυξη ή στη συγγραφή υποχρεώσεων, να υπογράψει σύμβαση πώλησης γεωθερμικού προϊόντος με τον κάτοχο της άδειας παραγωγής, σύμφωνα με τους όρους και το τίμημα που περιγράφονται λεπτομερώς στη συγγραφή υποχρεώσεων.

6. Η Ρ.Α.Ε. αξιολογεί τις προτάσεις που θα υποβληθούν και γνωμοδοτεί στον Υπουργό Ανάπτυξης, ο οποίος και εκδίδει τη σχετική άδεια παραγωγής. Η Ρ.Α.Ε. και το Υπουργείο Ανάπτυξης λαμβάνουν κάθε μέτρο για να διασφαλισθεί η εμπιστευτικότητα των στοιχείων που περιέχονται στις προτάσεις που υποβάλλονται.

Άρθρο 11
Ενεργειακά συστήματα θέρμανσης ή ψύξης

1. Η εγκατάσταση για ίδια χρήση ενεργειακών συστημάτων θέρμανσης ή ψύξης χώρων μέσω της εκμετάλλευσης της θερμότητας των γεωλογικών σχηματισμών και των νερών, επιφανειακών και υπόγειων, που δεν χαρακτηρίζονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, γεωθερμικό δυναμικό, επιτρέπεται ύστερα από άδεια που χορηγείται στον κύριο του ακινήτου από τη νομαρχιακή αυτοδιοίκηση.
2. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης ρυθμίζονται οι ειδικότεροι όροι, προϋποθέσεις, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και η διαδικασία για την έκδοση των αδειών αυτών.

Άρθρο 12
Παράβολα

Για τη χορήγηση οποιασδήποτε άδειας ή έγκρισης ή δικαιώματος που προβλέπονται με τις διατάξεις του νόμου αυτού ή γενικότερα τη μεταλλευτική και λατομική νομοθεσία, καθώς και την έκδοση αποφάσεων επί σχετικών προσφυγών που ασκούνται ενώπιον του Υπουργού Ανάπτυξης απαιτείται η καταβολή παραβόλου, το ύψος του οποίου καθορίζεται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης, ποσοστό του ως άνω παραβόλου δύναται να διατεθεί για κάλυψη δαπανών μετακίνησης των διενεργούντων τους ελέγχους μηχανικών.

Άρθρο 13
1. Δικαιώματα έρευνας ή εκμετάλλευσης γεωθερμικού δυναμικού, που έχουν εκμισθωθεί ή παραχωρηθεί μέχρι τη θέσπιση του νόμου αυτού, παραμένουν ισχυρά με τους ίδιους όρους. Όπου στις σχετικές συμβάσεις ή υπουργικές αποφάσεις αναφέρεται γεωθερμικό δυναμικό υψηλής ή μέσης ή χαμηλής ενθαλπίας νοείται γεωθερμικό πεδίο υψηλής ή χαμηλής θερμοκρασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, οι δε σχετικές συμβάσεις νοούνται ως συμβάσεις έρευνας ή διαχείρισης, κατά περίπτωση.

2. Οποιαδήποτε επέκταση δικαιώματος, πέρα από τα προβλεπόμενα στις υφιστάμενες συμβάσεις ή υπουργικές αποφάσεις, είναι δυνατή μόνο με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις του νόμου αυτού και εφόσον δεν παραβλάπτεται η βιωσιμότητα της διαχείρισης ευρύτερου ή γειτονικού γεωθερμικού πεδίου.

3. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης ή του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας κατά τις διακρίσεις του άρθρου 5 παράγραφοι 2 και 3 και έπειτα από γνωμοδότηση του Ι.Γ.Μ.Ε. επιτρέπεται να τίθενται περιορισμοί ακόμη και της έκτασης πεδίων της παραγράφου 1, για λόγους δημόσιου συμφέροντος ή άλλους αναγόμενους σε ορθολογική διαχείριση ευρύτερου ή γειτονικού γεωθερμικού πεδίου ή χαμηλού ρυθμού αξιοποίησης του γεωθερμικού δυναμικού του εκμισθωμένου πεδίου σε σχέση με τις συμβατικές υποχρεώσεις του μισθωτή.

4. Όσοι μέχρι την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού έχουν εκτελέσει γεωτρήσεις για αγροτικούς σκοπούς σε πεδίο χαμηλής θερμοκρασίας οφείλουν να το γνωστοποιήσουν μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος στον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας, προκειμένου να αποκτήσουν δικαίωμα χρήσεως των γεωτρήσεων αυτών. Το δικαίωμα τούτο αποκτάται εφόσον από τη χρήση της γεώτρησης δεν δημιουργείται πρόβλημα στη διαχείριση του ευρύτερου πεδίου, που διαπιστώνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας μετά από γνώμη του Ι.Γ.Μ.Ε.

Άρθρο 14
Διανομή θερμικής ενέργειας σε τρίτους

1. Για την εγκατάσταση, διαχείριση και εκμετάλλευση δικτύου διανομής θερμικής ενέργειας σε τρίτους (τηλεθέρμανση ή τηλεψύξη) απαιτείται Άδεια Διανομής Θερμικής Ενέργειας, η οποία χορηγείται από τον Υπουργό Ανάπτυξης μετά από γνώμη της Ρ.Α.Ε. Η Άδεια Διανομής Θερμικής Ενέργειας χορηγείται μόνο σε νομικά πρόσωπα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής και για συγκεκριμένες θερμικές χρήσεις της θερμικής ενέργειας από τους καταναλωτές. Με την άδεια καθορίζονται ιδίως ο χρόνος ισχύος της, η περιοχή κατασκευής των εγκαταστάσεων, η τεχνολογία και το πρόγραμμα κατασκευών και προσδιορίζονται ειδικότερα οι όροι και οι προϋποθέσεις της διανομής θερμικής ενέργειας σε τρίτους καταναλωτές.

2. Αν η θερμική ενέργεια παράγεται από εγκαταστάσεις συμπαραγωγής ηλεκτρικής και θερμικής ενέργειας, η Άδεια Διανομής Θερμικής Ενέργειας χορηγείται μαζί με την Άδεια Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας, σύμφωνα με το Ν. 2773/1999, εφόσον υποβληθεί σχετική αίτηση για χορήγηση ενιαίας άδειας.

3. Ο Κανονισμός Αδειών Παραγωγής και Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας που εκδίδεται κατά τους όρους, προϋποθέσεις και τη διαδικασία του άρθρου 28 του Ν. 2773/1999, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και για τη χορήγηση Αδειών Διανομής Θερμικής Ενέργειας. Για το σκοπό αυτόν ο Κανονισμός Αδειών Παραγωγής και Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας δύναται να συμπληρώνεται κατά τη διαδικασία του άρθρου 28 του Ν. 2773/1999 ώστε να ρυθμίζει τους τυχόν ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις για τη χορήγηση Άδειας Διανομής Θερμικής Ενέργειας, καθώς και τον τρόπο ελέγχου της τήρησης των όρων της άδειας από τη Ρ.Α.Ε., τη διαδικασία ανάκλησης των αδειών, την παροχή εγγυήσεων, την επίλυση διαφορών μεταξύ καταναλωτών και κατόχου Άδειας Διανομής Θερμικής Ενέργειας με τη διαιτησία του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 2773/1999 και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

4. Τα πρόσωπα στα οποία χορηγείται Άδεια Διανομής Θερμικής Ενέργειας υποχρεούνται να σχεδιάζουν, να διασφαλίζουν τη χρηματοδότηση, να κατασκευάζουν, να λειτουργούν, να διαχειρίζονται και να συντηρούν το δίκτυο διανομής θερμικής ενέργειας και όλες τις σχετικές εγκαταστάσεις και να παρέχουν τις σχετικές υπηρεσίες.

Οι ειδικότεροι όροι της Άδειας Διανομής Θερμικής Ενέργειας πρέπει να διασφαλίζουν ιδίως:

α) Την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος και την παροχή υπηρεσιών υψηλών προδιαγραφών στους καταναλωτές.
β) Την υποχρέωση τήρησης τυποποιημένων και διαφανών όρων συναλλαγής με τους καταναλωτές, έτσι ώστε να μη γίνονται διακρίσεις μεταξύ καταναλωτών ή κατηγοριών καταναλωτών.
γ) Τον καθορισμό τιμολογίων και τελών σύνδεσης ή μεθοδολογίας για τον υπολογισμό των τιμολογίων και των τελών σύνδεσης, ώστε να επιτυγχάνονται ανταγωνιστικές τιμές για τους καταναλωτές, συγκριτικά με άλλους τρόπους παραγωγής θερμικής ενέργειας. Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη οι δαπάνες για την παραγωγή, αγορά και διανομή της ενέργειας, τα λοιπά σταθερά και λειτουργικά έξοδα και φόροι, η απόσβεση των επενδύσεων, η απόδοση του επενδυμένου κεφαλαίου πλέον εύλογου κέρδους και δαπάνες για την τήρηση υποχρεώσεων δημόσιου συμφέροντος, που μπορεί να επιβάλλονται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
δ) Την έγκαιρη ανάπτυξη δικτύων διανομής, λοιπών εγκαταστάσεων και σύνδεσης των καταναλωτών, καθώς και τη συντήρηση και αξιόπιστη λειτουργία τους, σύμφωνα με προδιαγραφές και κανονισμούς που ισχύουν στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση για αντίστοιχα έργα.
ε) Την τήρηση όρων ασφαλείας.
στ) Την οικονομική βιωσιμότητα του έργου διανομής θερμικής ενέργειας, ιδίως μέσω της σύνδεσης επαρκούς αριθμού καταναλωτών.
ζ) Την παροχή, έναντι ευλόγου τιμήματος, πρόσβασης σε τμήμα του δικτύου διανομής θερμικής ενέργειας σε άλλον κάτοχο Άδειας Διανομής Θερμικής Ενέργειας, η οποία χορηγείται για γειτονική περιοχή, αν η πρόσβαση αυτή απαιτείται για λειτουργικούς ή τεχνικούς λόγους ή αν αυτή εξυπηρετεί την επίτευξη οικονομιών κλίμακας προς όφελος των καταναλωτών.
η) Την προστασία του περιβάλλοντος.

5. Για τη χορήγηση Αδειών Διανομής Θερμικής Ενέργειας για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η διανομή θερμικής ενέργειας τροφοδοτείται από γεωθερμική ενέργεια, εφαρμόζεται η παράγραφος 3 και οι διατάξεις του νόμου αυτού που αφορούν στην έρευνα και διαχείριση γεωθερμικού δυναμικού. Για τις άλλες περιπτώσεις ενεργειακής τροφοδοσίας της διανομής θερμικής ενέργειας εφαρμόζονται οι παράγραφοι 3 και 6.

6. Αν μετά από πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος, που δημοσιοποιεί ο Υπουργός Ανάπτυξης μετά από γνώμη της Ρ.Α.Ε., διαπιστώνεται ότι ενδιαφέρονται για τη λήψη Άδειας Διανομής Θερμικής Ενέργειας περισσότερα πρόσωπα για την ίδια περιοχή, ο Υπουργός Ανάπτυξης μπορεί μετά από γνώμη της Ρ.Α.Ε. να προκηρύσσει διαγωνισμό για τη χορήγηση της άδειας αυτής με σκοπό την πιο συμφέρουσα εξυπηρέτηση των καταναλωτών. Στην προκήρυξη του διαγωνισμού καθορίζονται η διαδικασία του διαγωνισμού, οι όροι και προϋποθέσεις συμμετοχής, καθώς και τα ειδικότερα κριτήρια επιλογής των υποψηφίων που τυχόν συμπληρώνουν τα κριτήρια του Κανονισμού Αδειών της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου. Η προκήρυξη δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σε μία ημερήσια εφημερίδα της Πρωτεύουσας και σε δύο εφημερίδες του νομού όπου θα κατασκευασθεί το έργο, εφόσον υπάρχουν. Η συγγραφή υποχρεώσεων και κάθε άλλο προβλεπόμενο στην προκήρυξη στοιχείο τίθενται στη διάθεση κάθε ενδιαφερομένου σε χρόνο που ορίζεται στην προκήρυξη. Η Ρ.Α.Ε. αξιολογεί τις προτάσεις που θα υποβληθούν και γνωμοδοτεί στον Υπουργό Ανάπτυξης, ο οποίος και εκδίδει τη σχετική άδεια. Η Ρ.Α.Ε. και το Υπουργείο Ανάπτυξης λαμβάνουν κάθε μέτρο για να διασφαλισθεί η εμπιστευτικότητα των στοιχείων που περιέχονται στις προτάσεις που υποβάλλονται.

7. Χορηγείται εκ του νόμου αυτού Άδεια Διανομής Θερμικής Ενέργειας στις επιχειρήσεις που έχουν λάβει άδεια παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας πριν από την έναρξη της ισχύος του, εφόσον στην άδεια αυτή περιλαμβάνονται όροι σχετικοί με τη διανομή θερμικής ενέργειας. Οι όροι αυτοί θεωρούνται όροι της Άδειας Διανομής Θερμικής Ενέργειας.

8. Χορηγείται έκτου νόμου αυτού Άδεια Διανομής Θερμικής Ενέργειας για τη διαχείριση και εκμετάλλευση δικτύων διανομής θερμικής ενέργειας που λειτουργούν ή κατασκευάζονται κατά τη θέση σε ισχύ αυτού, εφόσον δεν εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου 7. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, που εκδίδεται μετά από γνώμη της Ρ.Α.Ε. και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι όροι και περιορισμοί των αδειών αυτών.

Άρθρο 15
Κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΛΟΙΠΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΙΣ ΠΑΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΤΥΟ ΔΙΑΝΟΜΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

1. α) Η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων και η σύσταση εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε βάρος αυτών, για την εκτέλεση έργων ανάπτυξης, επέκτασης και ενίσχυσης του Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας, καθώς και του Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας των μη Διασυνδεδεμένων Νήσων, μέσω του οποίου διακινείται υψηλή τάση, είναι δημόσιας ωφέλειας. Αυτή κηρύσσεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης ή απόφαση του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας στην οποία βρίσκεται το απαλλοτριωτέο ακίνητο ή το μεγαλύτερο τμήμα αυτού, προκειμένου για έκταση μέχρι 100.000 τ.μ., η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Οι απαλλοτριώσεις αυτές κηρύσσονται ανάλογα με την περίπτωση υπέρ της Δ.Ε.Η. Α.Ε. ως Κυρίου του Συστήματος Μεταφοράς ή Κυρίου του Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας, όπως ορίζεται στις διατάξεις των άρθρων 12 και 21 του Ν. 2773/1999.

β) Στην απόφαση κήρυξης της απαλλοτρίωσης αιτιολογείται ειδικά η δυνατότητα κάλυψης της δαπάνης αποζημίωσης του απαλλοτριωτέου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 7 εδάφια τέταρτο έως όγδοο του άρθρου 3 του Ν. 2882/2001 (ΦΕΚ17 Α’), όπως προστέθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 2985/2002 (ΦΕΚ 18 Α’). Η δαπάνη της απαλλοτρίωσης βαρύνει τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση.

γ) Στην περίπτωση απαλλοτρίωσης για την εκτέλεση έργων του Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας, ως επισπεύδων την απαλλοτρίωση μπορεί να ορίζεται και ο Διαχειριστής του Συστήματος ή τρίτο πρόσωπο, με απόφαση του Διαχειριστή του Συστήματος μετά από έγκριση της Ρ.Α.Ε., σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2773/1999 και των κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου αυτού εκδιδομένων πράξεων. Στην περίπτωση αυτή η δαπάνη της απαλλοτρίωσης μπορεί να καταβάλλεται από τον επισπεύδοντα και να ανακτάται κατά τις ίδιες ως άνω διατάξεις.

δ) Ιδιωτικές δασικές εκτάσεις κηρύσσονται απαλλοτριωτέες υπέρ του Δημοσίου χωρίς μεταβολή της μορφής τους και χωρίς να απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 14 του Ν. 998/1979 ή η τήρηση οποιασδήποτε άλλης διαδικασίας.

2. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης καθορίζεται ποια από τα έργα της προηγούμενης παραγράφου είναι γενικότερης σημασίας για την οικονομία της Χώρας και για τα οποία είναι αναγκαία η πραγματοποίηση εργασιών σε απαλλοτριωτέα ακίνητα, πριν από τον προσδιορισμό και την καταβολή αποζημίωσης. Η απόφαση μπορεί να αφορά περισσότερα έργα ή κατηγορίες έργων. Οι απαλλοτριώσεις που είναι αναγκαίες για το σκοπό αυτόν κηρύσσονται με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, με την οποία προβλέπεται ρητά η δυνατότητα εκτέλεσης εργασιών πριν από τον προσδιορισμό και την καταβολή αποζημίωσης. Αν η απαλλοτρίωση έχει κηρυχθεί πριν από τη δημοσίευση του νόμου αυτού και η ανάγκη εφαρμογής της παρούσας παραγράφου ανακύπτει μεταγενέστερα, απαιτείται η έκδοση σχετικής ειδικής πράξης του Υπουργικού Συμβουλίου. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 7Α του Ν. 2882/2001, εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού.

3. Τα έργα «Ανάπτυξη βρόχου 400 KV στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη», «Σύνδεση Νέα Μάκρη – Πολυπόταμος και Δίκτυο Υψηλής Τάσης Νότιας Εύβοιας», «Γραμμή Υψηλής Τάσης Σύνδεσης νέας μονάδας Νότιας Ρόδου» είναι γενικότερης σημασίας για την οικονομία της Χώρας. Για τα έργα αυτά δεν απαιτείται προηγούμενη απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης σύμφωνα με την παράγραφο 2.

Η τεχνική περιγραφή των έργων αυτών περιλαμβάνεται στη Μελέτη Ανάπτυξης Συστήματος Μεταφοράς (Μ.Α.Σ.Μ.) που έχει εγκριθεί με την Δ15-ΗΛ/Β/Φ.1/ΙΚ.10690/ 12.7.2002 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης.

Άρθρο 16
Αγορά και ανταλλαγή απαλλοτριωτέου ακινήτου

Αντί της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης που απαιτείται για την εκτέλεση των έργων του άρθρου 15, επιτρέπεται να γίνεται απευθείας εξαγορά του ακινήτου, με τίμημα που καθορίζεται μετά από εκτίμηση και σχετική έκθεση του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών (Σ.Ο.Ε.) και καταβάλλεται από τον υπέρ ου η απαλλοτρίωση. Επίσης, αν συναινεί ο δικαιούχος, επιτρέπεται να γίνει και ανταλλαγή του απαλλοτριωτέου ακινήτου με ακίνητο του υπέρ ου μετά από όμοια εκτίμηση της αξίας των ακινήτων από το Σ.Ο.Ε. Η Δ.Ε.Η. Α.Ε., ως Κύριος του Συστήματος ή του Δικτύου, κατά τη σύναψη της σχετικής σύμβασης εκπροσωπείται σύμφωνα με το Καταστατικό της. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 2882/2001. Οι διατάξεις της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 15 εφαρμόζονται ανάλογα και στις περιπτώσεις του άρθρου αυτού, υπό τον όρο της σύμφωνης γνώμης της Δ.Ε.Η. Α.Ε. για το ακίνητο και το τίμημα αυτού. Οι διατάξεις των άρθρων 60 του Ν.Δ. 86/1969 (ΦΕΚ7 Α’), του άρθρου μόνου του Ν. 2148/1952 (ΦΕΚ 153 Α’) και του άρθρου 208 του β.δ. της 29.10/6.12.1949 (ΦΕΚ 342 Α’) δεν ισχύουν για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.

Άρθρο 17
Προϋποθέσεις κήρυξης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για την εκτέλεση έργων γενικότερης σημασίας για την οικονομία της χώρας

1. Για την κήρυξη των απαλλοτριώσεων της παραγράφου 2 του άρθρου 15:

α) Το κτηματολογικό διάγραμμα και ο κτηματολογικός πίνακας που προβλέπονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 του Ν. 2882/2001 συντάσσονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του υπέρ ου η απαλλοτρίωση ή από άλλον επισπεύδοντα την απαλλοτρίωση, που ορίζεται σύμφωνα με τη διάταξη της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 15, μέσα σε προθεσμία τεσσάρων (4) μηνών από την απόφαση του Διαχειριστή του Συστήματος ή του Δικτύου για την πραγματοποίηση των έργων ανάλογα με την περίπτωση. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, τα παραπάνω κτηματολογικά στοιχεία συντάσσονται με επιμέλεια του Διαχειριστή του Συστήματος και με δαπάνη του υπέρ ου, μέσα σε προθεσμία δύο (2) μηνών από την επομένη της συμπλήρωσης της αρχικής προθεσμίας για τη σύνταξη τους. Το κτηματολογικό διάγραμμα και ο κτηματολογικός πίνακας υπογράφονται από διπλωματούχο τοπογράφο μηχανικό και θεωρούνται από δημόσια αρχή.

β) Η ανακοίνωση που προβλέπεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 3 του Ν. 2882/2001 συντάσσεται από τον επισπεύδοντα την απαλλοτρίωση. Η δημοσίευση και η τοιχοκόλληση αυτής γίνεται τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη δημοσίευση της απόφασης κήρυξης της απαλλοτρίωσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και στο κατάστημα του δήμου ή κοινότητας και της Δ.Ε.Η. Α.Ε., στην περιφέρεια των οποίων βρίσκεται η απαλλοτριωτέα έκταση ή το μεγαλύτερο τμήμα αυτής, από δικαστικό επιμελητή μετά από εντολή του επισπεύδοντος.

2. Αν μέχρι τη δημοσίευση του νόμου αυτού δεν έχουν συνταχθεί τα κτηματολογικά στοιχεία που απαιτούνται για απαλλοτριώσεις, η διαδικασία για την κήρυξη των οποίων έχει ξεκινήσει έξι (6) μήνες πριν από τη δημοσίευση αυτή, εφαρμόζονται οι διατάξεις της περίπτωσης α’ της παραγράφου 1, εφόσον έχει προηγουμένως εκδοθεί η ειδική πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 15.

Άρθρο 18
Γνωστοποίηση της απόφασης κήρυξης απαλλοτρίωσης για την εκτέλεση έργων γενικότερης σημασίας για την οικονομία της χώρας
Αίτηση ακύρωσης

1. Αν κηρυχθεί απαλλοτρίωση για την εκτέλεση έργων γενικότερης σημασίας για την οικονομία της χώρας σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 15, αν ο αριθμός των εικαζόμενων ιδιοκτητών ή εμπραγμάτων δικαιούχων των απαλλοτριωτέων ακινήτων είναι μικρότερος από πενήντα (50), αντίγραφο της απόφασης κήρυξης επιδίδεται σε αυτούς με δικαστικό επιμελητή, ύστερα από παραγγελία της Δ.Ε.Η. Α.Ε. ή άλλου επισπεύδοντος την απαλλοτρίωση που ορίζεται σύμφωνα με τη διάταξη της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 15. Αν ο αριθμός των εικαζόμενων ιδιοκτητών και εμπραγμάτων δικαιούχων είναι μεγαλύτερος των πενήντα (50), περίληψη της απόφασης κήρυξης με μνεία του αριθμού του Φύλλου της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως στο οποίο δημοσιεύθηκε και αναφορά στην τοποθεσία και στην κτηματική περιοχή των απαλλοτριωτέων ακινήτων, καθώς και στο σκοπό της απαλλοτρίωσης, δημοσιεύεται σε δύο (2) κατά σειρά δημοσιεύσεις, σε τρεις (3) ημερήσιες εφημερίδες που εκδίδονται στην Αθήνα ή σε δύο (2) ημερήσιες εφημερίδες που εκδίδονται στην Αθήνα και σε μία (1) που εκδίδεται στη Θεσσαλονίκη, όταν το απαλλοτριωτέο ακίνητο ή το μεγαλύτερο τμήμα αυτού βρίσκεται στις περιφέρειες Κεντρικής, Δυτικής, Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, καθώς και σε μία (1) ημερήσια εφημερίδα που εκδίδεται στην πρωτεύουσα του νομού, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται το ακίνητο ή το μεγαλύτερο τμήμα αυτού και αν δεν υπάρχει ημερήσια σε μια (1) εφημερίδα του νομού. Επιπλέον η απόφαση κήρυξης επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή στο δήμαρχο ή στον πρόεδρο κοινότητας και τοιχοκολλάται στο δημοτικό ή κοινοτικό κατάστημα, καθώς και στο κατάστημα της Δ.Ε.Η. Α.Ε. της περιοχής όπου βρίσκεται το απαλλοτριωτέο ακίνητο από δικαστικό επιμελητή, με εντολή του επισπεύδοντος. Η τήρηση των παραπάνω διατυπώσεων επέχει θέση ατομικής γνωστοποίησης, για καθέναν που αξιώνει δικαιώματα στα απαλλοτριωτέα ακίνητα.

2. Αν ασκηθεί αίτηση ακύρωσης κατά της απόφασης κήρυξης απαλλοτρίωσης για την εκτέλεση έργων γενικότερης σημασίας για την οικονομία της Χώρας, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 9 έως 12 του άρθρου 6του Ν. 2730/1999 (ΦΕΚ 130 Α’), όπως ισχύουν.

Άρθρο 19
Έναρξη εργασιών για την εκτέλεση έργων γενικότερης σημασίας για την οικονομία της χώρας μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης

1. Η εκτέλεση εργασιών, πριν από τον προσδιορισμό και την καταβολή αποζημίωσης, επιτρέπεται με ειδική απόφαση του κατά τόπον αρμόδιου Εφετείου, μετά από αυτοτελή αίτηση του επισπεύδοντος. Ο Πρόεδρος του Εφετείου προσδιορίζει δικάσιμο σε χρόνο όχι βραχύτερο από είκοσι (20) ούτε μεγαλύτερο από σαράντα (40) ημέρες από την κατάθεση της αίτησης και συγχρόνως διατάσσει την επίδοση αντιγράφου της αίτησης μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου και την κλήτευση εμφάνισης σε αυτήν, με επιμέλεια του αιτούντος, τουλάχιστον δέκα (10) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, σε όσους φέρονται στον κτηματολογικό πίνακα ως ιδιοκτήτες. Αν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η παραπάνω επίδοση είναι κάτοικος αλλοδαπής γνωστής διεύθυνσης, η επίδοση γίνεται δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη δικάσιμο με οποιονδήποτε τρόπο και με κάθε πρόσφορο μέσο και ιδίως με αρμόδιο όργανο της χώρας διαμονής του, μέσω των προξενικών αρχών, με συστημένη επιστολή ή τηλεομοιοτυπία ή τηλεγράφημα. Εάν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση είναι αγνώστων στοιχείων ή διαμονής ή όταν οι εικαζόμενοι δικαιούχοι υπερβαίνουν τους πενήντα (50), η κλήτευση γίνεται δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη δικάσιμο, εφαρμοζομένων αναλόγως του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 18 του παρόντος και επιπλέον η αίτηση, μαζί με την πράξη προσδιορισμού δικασίμου, τοιχοκολλάται στο κατάστημα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, από δικαστικό επιμελητή με εντολή του επισπεύδοντος. Στις δημοσιεύσεις του προηγούμενου εδαφίου αναφέρονται και οι εκθέσεις τοιχοκόλλησης του δικαστικού επιμελητή. Για την αναβολή της συζήτησης εφαρμόζονται τα τρία πρώτα εδάφια της παραγράφου 6 του άρθρου  19 του Ν. 2882/2001 και εάν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση είναι κάτοικος αλλοδαπής ή άγνωστης διαμονής εφαρμόζονται το τρίτο και τέταρτο εδάφιο της παρούσας παραγράφου.

2. Η απόφαση του Εφετείου εκδίδεται μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από τη συζήτηση της αίτησης. Το Εφετείο, παρέχοντας την άδεια, διατάσσει την παράδοση του απαλλοτριωτέου ακινήτου και υποχρεώνει τον οφειλέτη της αποζημίωσης να καταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, πριν από την κατάληψη του ακινήτου, εύλογο κατά την κρίση του δικαστηρίου τμήμα της αποζημίωσης. Για την παραπάνω εκτίμηση λαμβάνεται υπόψη και η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής του άρθρου 15 του Ν. 2882/ 2001, η οποία συντάσσεται το αργότερο μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από την περιέλευση στον Πρόεδρο της Επιτροπής της πράξης ορισμού εμπειρογνώμονα που προβλέπεται στην παραπάνω διάταξη, ο οποίος γίνεται μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την περιέλευση της σχετικής αίτησης του Προέδρου της Επιτροπής στο δικαστήριο του άρθρου 19 του ίδιου νόμου. Η αίτηση της παραγράφου 2 του άρθρου 15του Ν. 2882/2001 μπορεί να υποβάλλεται και πριν από την κήρυξη της απαλλοτρίωσης μετά την κατά το άρθρο 3 παρ. 5 του Ν. 2882/ 2001 ανακοίνωση. Η εκτίμηση του ύψους της αποζημίωσης για αυτή την αιτία δεν δεσμεύει τον δικαστή του προσωρινού ή οριστικού προσδιορισμού της, για τον οποίο η διαδικασία χωρεί αυτοτελώς, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 19 έως 21 του Ν. 2882/2001. Ο επισπεύδων υποχρεούται να ζητήσει τον προσωρινό ή οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης σε έναν (1) μήνα από την κοινοποίηση ή γνώση της απόφασης του Εφετείου για την έναρξη των εργασιών.

3. Για την παράδοση του ακινήτου σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των παραγράφων 6 (εδάφιο δεύτερο και τρίτο) έως 9 του άρθρου 7 του Ν. 2730/1999, όπως κάθε φορά ισχύουν. Στην περίπτωση αυτή η γνωστοποίηση της παρακατάθεσης της αποζημίωσης και η πρόσκληση στους ιδιοκτήτες, νομείς ή κατόχους των ακινήτων να παραδώσουν τα ακίνητα τους γίνεται εφόσον οι εικαζόμενοι δικαιούχοι δεν υπερβαίνουν τους πενήντα (50) κατά τον κτηματολογικό πίνακα, με ειδοποίηση που επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή, άλλως με αποστολή συστημένης ταχυδρομικής επιστολής στη γνωστή διεύθυνση τους και με ειδοποίηση και πρόσκληση που δημοσιεύεται και επιδίδεται όπως ορίζεται στο δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 19 του νόμου αυτού.

4. Η εγγυητική επιστολή που προβλέπεται στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 5 του άρθρου 7Α του Ν. 2882/2001, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του Ν. 2985/2002 (ΦΕΚ 18 Α’), παρέχεται στους δικαιούχους υποχρεωτικώς μέσα σε προθεσμία τριών μηνών από την έκδοση της απόφασης προσδιορισμού της προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης σύμφωνα με τα άρθρα 19, 20 και 21 του Ν. 2882/2001. Η παράδοση της εγγυητικής επιστολής γίνεται στους αναγνωρισμένους δικαστικά δικαιούχους, άλλως παρακατατίθεται στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ή στα γραφεία αυτού της τοποθεσίας του ακινήτου, το οποίο και την παραδίδει σε αυτούς που θα αναγνωρισθούν δικαιούχοι. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 7Α του Ν. 2882/ 2001, εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του νόμου αυτού.

Άρθρο 20
Δικαστική δαπάνη

1. Στις δίκες προσδιορισμού της αποζημίωσης αναγκαστικών απαλλοτριώσεων του νόμου αυτού η δικαστική δαπάνη που επιδικάζεται από τα δικαστήρια, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης, βαρύνει τον υπόχρεο της αποζημίωσης. Η αμοιβή του δικηγόρου υπολογίζεται σε ποσοστό ενός τρίτου (1 /3) των ελάχιστων ορίων των αμοιβών που προβλέπονται από τον Κώδικα Δικηγόρων, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση το αντικείμενο της δίκης, με ανώτατο όριο αμοιβής δικηγόρου κατά δικαιούχο επτά χιλιάδες πεντακόσια (7.500) ευρώ.

2. Η αμοιβή του δικηγόρου στις παραπάνω απαλλοτριώσεις υπόκειται στο 1 /3 της προβλεπόμενης τυχόν παρακράτησης υπέρ του διανεμητικού λογαριασμού του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου.

Άρθρο 21
Προσωρινή χρήση ακινήτων

1. Για την εκτέλεση των έργων που αναφέρονται στο άρθρο 15 μπορεί να επιτρέπεται, ύστερα από αίτηση κατά του κατόχου του ακινήτου, που κατατίθεται από τη Δ.Ε.Η. Α.Ε. ως Κύριο του Συστήματος ή του Δικτύου ή από άλλον επισπεύδοντα που ορίζεται σύμφωνα με τη διάταξη της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 15 του παρόντος, η προσωρινή χρήση ακινήτων, με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου που εκδίδεται κατά τη διαδικασία του άρθρου 19 του Ν. 2882/2001 και είναι προσωρινά εκτελεστή. Δικάσιμος ορίζεται μέσα σε τριάντα ημέρες από την κατάθεση της αίτησης. Το δικαστήριο με την ίδια απόφαση καθορίζει και την οφειλόμενη αποζημίωση.

2. Η κλήτευση του κατόχου του ακινήτου με επίδοση αντιγράφου της αίτησης γίνεται τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Αναβολή της συζήτησης επιτρέπεται μόνο μία φορά σε δικάσιμο που προσδιορίζεται σε χρόνο όχι μεγαλύτερο των δέκα (10) ημερών. Η προθεσμία και η άσκηση έφεσης κατά της απόφασης δεν αναστέλλει την εκτέλεση της. Η απόφαση δημοσιεύεται, καθαρογράφεται και υπογράφεται σε έναν μήνα από τη συζήτηση.

3. Η απόφαση του Εφετείου δεν υπόκειται σε ένδικο μέσο.

4. Οι παραπάνω διατάξεις μπορεί να εφαρμόζονται και σε ακίνητα που έχουν απαλλοτριωθεί για το χρόνο πριν τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης.

5. Αν τα παραπάνω ακίνητα ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο ή σε Ν. Π.Δ.Δ., δεν οφείλεται αποζημίωση για την προσωρινή χρήση, δημιουργείται όμως υποχρέωση αποκατάστασης τυχόν ζημιών και επαναφοράς των ακινήτων που χρησιμοποιήθηκαν στην προηγούμενη κατάσταση.

Άρθρο 22
1. Στην παράγραφο 9 του άρθρου 29 του Ν. 2882/2001, η περίπτωση δ’ αναριθμείται σε ε’ και προστίθεται νέα περίπτωση δ’ ως εξής:
«δ) υπέρ της Δ.Ε.Η. Α.Ε., ως Κυρίου του Συστήματος Μεταφοράς και του Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας για την εκτέλεση έργων επέκτασης και ενίσχυσης του Συστήματος μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και του Δικτύου Διανομής των μη Διασυνδεδεμένων Νήσων μέσω των οποίων διακινείται υψηλή τάση».

2. Για κάθε θέμα που δεν ρυθμίζεται ή δεν ρυθμίζεται διαφορετικά από τις διατάξεις του κεφαλαίου αυτού εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κ.Α.Α.Α. (Ν. 2882/2001), όπως κάθε φορά ισχύουν.

Άρθρο 23
Ρυθμίσεις για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ
ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ

1. Το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 2 του Ν. 2773/1999 αντικαθίσταται ως εξής:

«Απόκλιση Παραγωγής – Ζήτησης, για δεδομένη χρονική περίοδο, είναι η διαφορά σε κιλοβατώρες (KWh) μεταξύ της ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας που προγραμματίζεται για έγχυση στο Σύστημα ή για απορρόφηση από το Σύστημα και της ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας που εγχύεται στο Σύστημα ή απορροφάται από το Σύστημα κατά τον πραγματικό χρόνο λειτουργίας.»

2. Το ενδέκατο εδάφιο του άρθρου 2 του Ν. 2773/1999 αντικαθίσταται ως εξής:

«Οριακή Τιμή Συστήματος, για δεδομένη χρονική περίοδο, είναι η τιμή στην οποία διευθετούνται οι πληρωμές των προγραμματισμένων εγχύσεων ηλεκτρικής ενέργειας στο Σύστημα και οι χρεώσεις των προγραμματισμένων απορροφήσεων ηλεκτρικής ενέργειας από το Σύστημα.»

3. Το δέκατο πέμπτο και το δέκατο έκτο εδάφιο του άρθρου 2 του Ν. 2773/1999 αντικαθίστανται ως εξής:

«Καθέτως Ολοκληρωμένη Επιχείρηση είναι η επιχείρηση που ασκεί δύο τουλάχιστον από τις δραστηριότητες παραγωγής, μεταφοράς, διανομής ή προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας.

Οριζοντίως Ολοκληρωμένη Επιχείρηση είναι η επιχείρηση που ασκεί μία τουλάχιστον από τις δραστηριότητες παραγωγής ή μεταφοράς ή διανομής ή προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και άλλη δραστηριότητα άσχετη με την ηλεκτρική ενέργεια.»

4. Ο ορισμός «Σύστημα» του άρθρου 2 του Ν. 2773/ 1999 αντικαθίσταται ως εξής:

«Σύστημα είναι οι γραμμές υψηλής τάσης, οι εγκατεστημένες στην ελληνική επικράτεια διασυνδέσεις, χερσαίες ή θαλάσσιες και όλες οι εγκαταστάσεις, εξοπλισμός και εγκαταστάσεις ελέγχου που απαιτούνται για την ομαλή, ασφαλή και αδιάλειπτη διακίνηση ηλεκτρικής ενέργειας από έναν σταθμό παραγωγής σε έναν υποσταθμό, από έναν υποσταθμό σε έναν άλλο ή προς ή από οποιαδήποτε διασύνδεση. Στο Σύστημα δεν περιλαμβάνονται οι εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, οι γραμμές και εγκαταστάσεις υψηλής τάσης που έχουν ενταχθεί στο Δίκτυο, καθώς και το δίκτυο των μη Διασυνδεδεμένων Νησιών.»

5. Στον ορισμό «Παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ» του άρθρου 2 του Ν. 2773/1999, η περίπτωση 2 τροποποιείται ως εξής:

«2. Την εκμετάλλευση γεωθερμικής ενέργειας.»

6. Στον ορισμό «Παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ» του άρθρου 2 του Ν. 2773/1999 προστίθεται περίπτωση 7 ως εξής:

«7. Υβριδικούς σταθμούς, οι οποίοι χρησιμοποιούν κυρίως ΑΠΕ και δευτερευόντως συμβατικές πηγές ενέργειας ή τροφοδοτούνται από το Δίκτυο ή το Σύστημα, κατά το μέρος που η ενέργεια αυτή παράγεται από ΑΠΕ, συμπεριλαμβανομένης της ηλεκτρικής ενέργειας που χρησιμοποιείται για την πλήρωση των συστημάτων αποθήκευσης του σταθμού, εφόσον αυτή παράγεται από ΑΠΕ και εξαιρουμένης της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από τα συστήματα αυτά.»

7. Η περίπτωση αα’ της παραγράφου 1 του άρθρου 11 του Ν. 2773/1999 αντικαθίσταται ως εξής:

«(αα) Στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, εκτός των υβριδικών σταθμών, καθώς και στους αυτοπαραγωγούς.»

8. Η περίπτωση γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 15 του Ν. 2773/1999 αντικαθίσταται ως εξής:

«γ. Προγραμματίζει τις εγχύσεις ηλεκτρικής ενέργειας στο Σύστημα και απορροφήσεις ηλεκτρικής ενέργειας από το Σύστημα, κατανέμει σε πραγματικό χρόνο το φορτίο ηλεκτρικής ενέργειας στις διαθέσιμες εγκαταστάσεις παραγωγής, προσδιορίζει τη χρήση των Διασυνδέσεων με άλλα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, διευθετεί τις πληρωμές και χρεώσεις για τις προγραμματισμένες εγχύσεις και απορροφήσεις ηλεκτρικής ενέργειας και διευθετεί τις Αποκλίσεις Παραγωγής – Ζήτησης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον Κώδικα Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας.»

9. Η παράγραφος 4 του άρθρου 15 του Ν. 2773/1999 αντικαθίσταται ως εξής:

«4. Ο Διαχειριστής του Συστήματος επιτρέπεται να συνάπτει, κατόπιν διαγωνισμού, συμβάσεις αγοράς ή πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας μόνον εφόσον αυτό απαιτείται για την παροχή των επικουρικών υπηρεσιών, για τις ανάγκες εξισορρόπησης των αποκλίσεων Παραγωγής – Ζήτησης κατά τη λειτουργία του Συστήματος σε πραγματικό χρόνο και στο πλαίσιο των ρυθμίσεων του Κώδικα Διαχείρισης Συστήματος σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 2 εδάφιο (ε), καθώς και συμβάσεις ισχύος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας προκειμένου να διασφαλίζεται μακροχρόνια η διαθεσιμότητα επαρκούς ισχύος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και επαρκών περιθωρίων εφεδρείας ισχύος. Με τις συμβάσεις ισχύος παραγωγής ο παραγωγός υποχρεούται έναντι ανταλλάγματος να παρέχει σε μελλοντικό χρόνο διαθεσιμότητα ηλεκτρικής ισχύος νέων μονάδων παραγωγής για ορισμένο μέγεθος ισχύος και για ορισμένο χρονικό διάστημα. Το συνολικό μέγεθος ισχύος μέχρι το οποίο επιτρέπεται κάθε φορά ο Διαχειριστής του Συστήματος να συνάπτει συμβάσεις ισχύος παραγωγής καθορίζεται κατόπιν ειδικής μελέτης σχετικά με την επάρκεια ηλεκτρικής ισχύος και τα επαρκή περιθώρια εφεδρείας ισχύος, η οποία εκπονείται κάθε φορά από τον Διαχειριστή του Συστήματος στο πλαίσιο του εγκεκριμένου μακροχρόνιου ενεργειακού σχεδιασμού και εγκρίνεται από τον Υπουργό Ανάπτυξης μετά από γνώμη της Ρ.Α.Ε. Για την πρώτη εφαρμογή του παρόντος το ανώτατο μέγεθος των συμβάσεων ισχύος παραγωγής που συνάπτει ο Διαχειριστής του Συστήματος ορίζεται σε ισχύ εννιακοσίων (900) MW και αφορά ισχύ που εντάσσεται έως την 1.7.2007. Η ως άνω ισχύς των 900 MW δύναται να επαυξηθεί κατά τετρακόσια (400) MW κατ’ ανώτατο όριο, λαμβάνοντας υπόψη την ειδική μελέτη της παραγράφου αυτής για την επάρκεια του συστήματος μέχρι 1.7.2007. Η διαδικασία των διαγωνισμών, οι όροι και οι προϋποθέσεις συμμετοχής, τα κριτήρια επιλογής για την ανάδειξη της πλέον συμφέρουσας από οικονομική άποψη προσφοράς, το μέγιστο και ελάχιστο των προσφορών και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης μετά από εισήγηση του Διαχειριστή του Συστήματος και γνώμη της Ρ.Α.Ε.»

10. Η υποπερίπτωση αα’ της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του Ν. 2773/1999 αντικαθίσταται ως εξής:

«αα) Ο προγραμματισμός εγχύσεων ηλεκτρικής ενέργειας στο Σύστημα και απορροφήσεων ηλεκτρικής ενέργειας από το Σύστημα, για δεδομένη χρονική περίοδο, τον οποίο καταρτίζει ο Διαχειριστής του Συστήματος όπως προκύπτει από την οικονομική ιεράρχηση των προσφορών για έγχυση ηλεκτρικής ενέργειας. Οι προσφορές που προέρχονται από εγκαταστάσεις παραγωγής πρέπει να αντανακλούν τουλάχιστον το μεταβλητό κόστος των εγκαταστάσεων αυτών.»

11. Η περίπτωση στ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 19 του Ν. 2773/1999 αντικαθίσταται ως εξής:

«στ. Οι προϋποθέσεις και η διαδικασία επιβολής κυρώσεων και κινήτρων από τον Διαχειριστή για τη διατήρηση ασφαλών περιθωρίων προσφορών ισχύος, τη διαθεσιμότητα επαρκούς ισχύος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και την εύρυθμη λειτουργία του προγραμματισμού εγχύσεων και απορροφήσεων και της κατανομής φορτίου.»

12. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 19 του Ν. 2773/1999 προστίθεται περίπτωση ζ και η υφιστάμενη αναριθμείται σε η’, ως εξής:

«ζ. Οι προϋποθέσεις και η διαδικασία που οφείλει να ακολουθεί ο Διαχειριστής του Συστήματος για τη σύναψη συμβάσεων σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 15, οι όροι των αντίστοιχων συμβάσεων και ο τρόπος ανάκτησης του σχετικού κόστους από όσους απορροφούν ηλεκτρική ενέργεια από το Σύστημα. Στους παραπάνω διαγωνισμούς της πρώτης εφαρμογής των 900 MW, που διενεργεί ο Διαχειριστής του Συστήματος για μονάδες που εντάσσονται στο σύστημα μέχρι την 1.7.2007, δεν συμμετέχει η Δ.Ε.Η. Α.Ε.

Στους διαγωνισμούς της επαύξησης των 400 MW μπορεί να συμμετέχει η Δ.Ε.Η. για να διεκδικήσει συμβάσεις μέχρι το 50% της επαύξησης. Στους περαιτέρω διαγωνισμούς, πέραν των 1.300 MW, που διενεργεί ο Διαχειριστής του Συστήματος για μονάδες που εντάσσονται στο Σύστημα μετά την 1.7.2007, συμμετέχει ισότιμα η Δ.Ε.Η. Στη Δ.Ε.Η. Α.Ε. χορηγείται έκτου νόμου αυτού άδεια παραγωγής για την ανανέωση και αντικατάσταση του δυναμικού παλαιών μονάδων, συνολικής ισχύος μέχρι 1.600 MW. Οι εν λόγω παλαιές μονάδες μετά την αντικατάσταση τους παραμένουν σε ψυχρή εφεδρεία και η διαχείριση τους διενεργείται σύμφωνα με τον Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος και αναλαμβάνεται από τον Διαχειριστή του Συστήματος στη βάση συμβάσεων που υπογράφονται μεταξύ του Διαχειριστή του Συστήματος και της Δ.Ε.Η. αποκλειστικά για την παροχή από τον ίδιο επικουρικών υπηρεσιών και εφεδρείας. Με αποφάσεις του Υπουργού Ανάπτυξης, μετά από γνώμη της Ρ.Α.Ε., καθορίζονται οι λοιποί όροι και προϋποθέσεις που απαιτούνται σύμφωνα με το νόμο και τον Κανονισμό Αδειών.»

13. Η περίπτωση γ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του Ν. 2773/1999 αντικαθίσταται ως εξής:

«γ. Ο τρόπος, η διαδικασία και οι όροι διευθέτησης από τον Διαχειριστή του Συστήματος των Αποκλίσεων Παραγωγής – Ζήτησης, μεταξύ των κατόχων άδειας παραγωγής ή προμήθειας, των επιλεγόντων πελατών και των χρηστών των διασυνδέσεων. Η διευθέτηση γίνεται σε ενιαία τιμή και κατά τρόπο ώστε να προάγεται η διαθεσιμότητα των εγκαταστάσεων παραγωγής, το κόστος να επιμερίζεται κατά το δυνατόν σε αυτούς που προκαλούν τις αποκλίσεις, η τιμή να βασίζεται κατά το δυνατόν σε κοστολογικά στοιχεία λειτουργίας των εγκαταστάσεων παραγωγής και το συνολικό κόστος να ελαχιστοποιείται.»

14. Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης δ’ της παραγράφου 2 του άρθρου 20 του Ν. 2773/1999 αντικαθίσταται, ως εξής:

«δ. Ο τρόπος, η διαδικασία και οι όροι υπολογισμού της Οριακής Τιμής Συστήματος, λαμβανομένων υπόψη της πιο υψηλής τιμής προσφοράς ενεργού ισχύος για έγχυση στο Σύστημα η οποία εντάσσεται στον προγραμματισμό, καθώς και των τυχόν μέτρων ή κινήτρων για να προάγεται η διαθεσιμότητα ισχύος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Ο τρόπος, η διαδικασία και οι όροι διευθέτησης από τον Διαχειριστή του Συστήματος των πληρωμών για τις προγραμματισμένες εγχύσεις ηλεκτρικής ενέργειας στο Σύστημα και των χρεώσεων για τις προγραμματισμένες απορροφήσεις ηλεκτρικής ενέργειας από το Σύστημα, καθώς και τυχόν πληρωμών για τη διαθεσιμότητα των εγκαταστάσεων παραγωγής.»

15. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 24 του Ν. 2773/ 1999 αντικαθίστανται ως εξής:

«1. Η προμήθεια ηλεκτρικής ενέργειας σε Επιλέγοντες Πελάτες και, όσον αφορά τη Δ.Ε.Η., και σε Μη Επιλέγοντες Πελάτες, καθώς και η εμπορία ηλεκτρικής ενέργειας, επιτρέπεται σε όσους έχει χορηγηθεί άδεια προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας.

2. Η άδεια προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας χορηγείται από τον Υπουργό Ανάπτυξης ύστερα από γνώμη της Ρ.Α.Ε., σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και προϋποθέσεις που προβλέπονται στον Κανονισμό Αδειών και επιπλέον εφόσον:

α) ο υποψήφιος προμηθευτής λειτουργεί με τη μορφή Εταιρείας που εδρεύει σε κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και

β) είτε έχει στην κυριότητα του επαρκές δυναμικό παραγωγής εγκατεστημένο σε κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε προσκομίζει ικανοποιητικές μακροχρόνιες εγγυήσεις, σύμφωνα με τον Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος, ότι έχει εξασφαλίσει διαθεσιμότητα ισχύος από επαρκές παραγωγικό δυναμικό εγκατεστημένο σε κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και

γ) έχει την αναγκαία χρηματοοικονομική ευρωστία και φερεγγυότητα ανάλογα με το επιτρεπόμενο από την άδεια προμήθειας μέγεθος της μεγίστης ηλεκτρικής ισχύος των πελατών του. Επιπλέον, κατά την άσκηση της δραστηριότητας προμήθειας ο κάτοχος άδειας προμήθειας οφείλει να προσκομίζει ικανοποιητικές μακροχρόνιες εγγυήσεις σύμφωνα με τους ειδικούς όρους του Κώδικα Διαχείρισης, για την εξασφάλιση εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαθεσιμότητας επαρκούς ισχύος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας για το Σύστημα, για την εξασφάλιση της αναγκαίας εφεδρείας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη διαθεσιμότητα της αναγκαίας δυναμικότητας των Συστημάτων μεταφοράς και διασυνδέσεων, εφόσον απαιτείται.»

16. Στο τέλος της παραγράφου 2 του άρθρου 25 του Ν. 2773/1999 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Από την 1.7.2004, με εξαίρεση τα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά, όλοι οι καταναλωτές ορίζονται Επιλέγοντες Πελάτες, εκτός από εκείνους που προμηθεύονται ηλεκτρική ενέργεια αποκλειστικά για οικιακή χρήση. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης που εκδίδεται μετά από γνώμη της Ρ.Α.Ε. μπορεί μικρές ομάδες μη οικιακών πελατών να ορισθούν μη Επιλέγοντες Πελάτες από 1.7.2004, εφόσον αποδεδειγμένα υφίστανται τεχνικοί λόγοι που αφορούν αποκλειστικά στην τεχνική αξιοπιστία της ηλεκτρικής τροφοδοσίας τους και εφόσον η εξαίρεση αυτή έχει εγκριθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η εξαίρεση αυτή δεν μπορεί να παραταθεί πέραν της 1.1.2006. Από την 1.7.2007, με εξαίρεση τα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά, όλοι οι καταναλωτές ορίζονται Επιλέγοντες Πελάτες.»

17. Οι παράγραφοι 2 και 3 του άρθρου 26 του Ν. 2773/ 1999 τροποποιούνται ως εξής:

«2. Η Δ.Ε.Η., μετά από αίτηση Επιλέγοντα Πελάτη άλλου προμηθευτή, υποχρεούται να του προμηθεύει ηλεκτρική ενέργεια, με όρους που δεν δημιουργούν διακρίσεις μεταξύ Επιλεγόντων Πελατών.

3. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης μετά από γνώμη της Ρ.Α.Ε., η Δ.Ε.Η. δύναται να συνυπολογίσει στα τιμολόγια προμήθειας για την παροχή της υπηρεσίας της προηγούμενης παραγράφου τυχόν πρόσθετη επιβάρυνση, η οποία προσδιορίζεται με αντικειμενικά κριτήρια κατά κατηγορία Επιλεγόντων Πελατών και προκύπτει από το γεγονός ότι ο Επιλέγων Πελάτης προμηθευόταν ηλεκτρική ενέργεια από άλλο προμηθευτή.»

18. Στο άρθρο 29 του Ν. 2773/1999 οι περιπτώσεις στ’ και ζ’ της παραγράφου 2 τροποποιούνται ως εξής:

«στ) Οι δαπάνες για τη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται για την παροχή υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.

ζ) Οι δαπάνες για τις υποχρεώσεις που αναλήφθηκαν ή εγγυήσεις λειτουργίας που χορηγήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού.»

19. Στο άρθρο 29 του Ν. 2773/1999 προστίθεται παράγραφος 4 ως εξής:

«4. Οι δαπάνες των περιπτώσεων στ’ και ζ της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού επιμερίζονται, ομοιόμορφα για όλη την ελληνική επικράτεια, σε κάθε κατηγορία Πελατών, περιλαμβανομένων των αυτοπαραγωγών, σύμφωνα με μεθοδολογία η οποία καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης, που εκδίδεται μετά από γνώμη της Ρ.Α.Ε. και η οποία λαμβάνει υπόψη την ηλεκτρική ενέργεια που καταναλώνει ο κάθε Πελάτης και συντελεστές που διαφοροποιούν τον επιμερισμό κατά κατηγορία Πελατών, έτσι ώστε να προκύπτει χρέωση που εξισορροπεί τις οικονομικές συνέπειες μεταξύ των κατηγοριών Πελατών. Οι αριθμητικές τιμές των συντελεστών της ανωτέρω μεθοδολογίας προσδιορίζονται κάθε έτος με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης μετά από γνώμη της Ρ.Α.Ε., που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η ετήσια επιβάρυνση Πελάτη κατά θέση κατανάλωσης δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των εξακοσίων χιλιάδων ευρώ (600.000). Το όριο αυτό αναπροσαρμόζεται ετήσια με μέριμνα της Ρ.Α.Ε. σύμφωνα με την ετήσια μεταβολή του δείκτη τιμών καταναλωτή όπως δημοσιεύεται από την Ε.Σ.Υ.Ε.»

20. Το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 3 του άρθρου 40 του Ν. 2773/1999 αντικαθίσταται ως εξής:

«(γ) Το ειδικό τέλος που επιμερίζεται, ομοιόμορφα για όλη την ελληνική επικράτεια, σε κάθε Πελάτη περιλαμβανομένων και των αυτοπαραγωγών, σύμφωνα με μεθοδολογία η οποία καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, που εκδίδεται μετά από γνώμη της Ρ.Α.Ε. και η οποία λαμβάνει υπόψη την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνει ο κάθε Πελάτης και συντελεστές που διαφοροποιούν τον επιμερισμό κατά κατηγορία Πελατών, έτσι ώστε να προκύπτει χρέωση που εξισορροπεί τις οικονομικές συνέπειες μεταξύ των κατηγοριών Πελατών. Οι αριθμητικές τιμές των συντελεστών της ανωτέρω μεθοδολογίας προσδιορίζονται κάθε έτος με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης μετά από πρόταση της Ρ.Α.Ε., που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η ετήσια επιβάρυνση Πελάτη κατά θέση κατανάλωσης δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των εξακοσίων χιλιάδων ευρώ (600.000). Το όριο αυτό αναπροσαρμόζεται ετήσια με μέριμνα της Ρ.Α.Ε. σύμφωνα με την ετήσια μεταβολή του δείκτη τιμών καταναλωτή όπως δημοσιεύεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία Ελλάδος (Ε.Σ.Υ.Ε.).»

21. Ο Κώδικας Διαχείρισης του Συστήματος και ο Κώδικας Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας, μέχρι την τροποποίηση τους κατά την εξουσιοδότηση του άρθρου αυτού, εξακολουθούν να εφαρμόζονται όπως ισχύουν κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

Άρθρο 24
Ρυθμίσεις για το Φυσικό Αέριο

1. Από 1.7.2005 οι παραγωγοί ηλεκτρικής ενέργειας από μονάδες συμπαραγωγής θερμότητας και ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίοι καταναλώνουν άνω των 25 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων φυσικού αερίου ετησίως ανά θέση κατανάλωσης και οι κάτοχοι άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίοι χρησιμοποιούν φυσικό αέριο για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, μπορούν να εισάγουν, να προμηθεύονται από τη Δημόσια Επιχείρηση Παροχής Αερίου (Δ.Ε.Π.Α.) ή από τρίτους φυσικό αέριο για δική τους αποκλειστικά χρήση. Προς τούτο μπορούν να συνάπτουν διμερείς συμβάσεις από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Για το σκοπό αυτόν από την 1.7.2005 ο Φορέας Διαχείρισης του Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου στην ελληνική επικράτεια υποχρεούται να παρέχει στους παραγωγούς και συμπαραγωγούς του προηγούμενου εδαφίου πρόσβαση στο Σύστημα και στις σχετικές με αυτό υπηρεσίες που παρέχονται από τον Φορέα Διαχείρισης του Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου, βάσει δημοσιευμένων τιμολογίων, τα οποία καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης μετά από γνώμη της Ρ.Α.Ε.
2. Κατά την παροχή των υπηρεσιών του, ο Φορέας Διαχείρισης του Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου εφαρμόζει διαφανή, αντικειμενικά και αμερόληπτα κριτήρια, εξασφαλίζοντας ταυτοχρόνως την ασφάλεια, αξιοπιστία και αποδοτικότητα του Συστήματος, χωρίς διακρίσεις μεταξύ των χρηστών και των κατηγοριών χρηστών του Συστήματος.

3. Οι συμβάσεις προμήθειας φυσικού αερίου από κατόχους άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας οι οποίες συνάπτονται με τη Δ.Ε.Π.Α. ή με τρίτους, δεν επιτρέπεται να περιλαμβάνουν όρους επαχθέστερους από αυτούς που προβλέπονται στις αντίστοιχες συμβάσεις της Δ.Ε.Π.Α. ή των τρίτων με τους δικούς τους προμηθευτές, ιδίως σχετικά με τις ρήτρες υποχρεωτικής αγοράς ανεξαρτήτως παραλαβής φυσικού αερίου.

Οι ανωτέρω συμβάσεις δεν επιτρέπεται να περιλαμβάνουν ρήτρες υποχρεωτικής αγοράς ανεξαρτήτως παραλαβής, οι οποίες αθροιζόμενες ως προς τους Πελάτες κάθε αντισυμβαλλόμενου υπερβαίνουν το σύνολο των υποχρεώσεων αυτού προς τους δικούς του προμηθευτές. Αξιώσεις καταβολής τιμήματος με βάση τις ανωτέρω ρήτρες υφίστανται μόνο εφόσον γεννάται αντίστοιχη αξίωση σε βάρος του αντισυμβαλλόμενου σύμφωνα με τις συμβάσεις αυτού με τους δικούς του προμηθευτές.

Τα θέματα εφαρμογής της παραγράφου αυτής καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, ύστερα από εισήγηση της Ρ.Α.Ε. Η Ρ.Α.Ε., στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της παρακολούθησης και ελέγχου της λειτουργίας της αγοράς ενέργειας σε όλους τους τομείς της, ελέγχει την εφαρμογή των ανωτέρω υποχρεώσεων κατά τρόπο ώστε να προάγεται ο υγιής ανταγωνισμός και να διασφαλίζεται η προστασία των καταναλωτών και συλλέγει όλα τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία.

Άρθρο 25
Ρυθμίσεις για τις Κλαδικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας

1. Για τους εργαζόμενους που απασχολούνται στις επιχειρήσεις ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίες είναι κάτοχοι αδειών σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2773/1999, επιτρέπεται, όταν δεν υπάρχουν εργοδοτικές οργανώσεις του κλάδου, να συνάπτονται κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας από μεμονωμένους εργοδότες, που εκπροσωπούνται με κοινό εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο ή εκπροσώπους, εφόσον αυτοί οι εργοδότες απασχολούν τουλάχιστον το 70% των εργαζομένων στον κλάδο ηλεκτρικής ενέργειας.

2. Αν δεν είναι δυνατόν να συναφθούν κλαδικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας, οι οποίες καθορίζουν τους όρους εργασίας των εργαζομένων που απασχολούνται σε επιχειρήσεις ηλεκτρικής ενέργειας, που είναι κάτοχοι αδειών σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2773/1999, είναι δυνατόν με απόφαση του Υπουργού Εργασίας μετά από γνώμη του Ανωτάτου Συμβουλίου Εργασίας, να επεκτείνεται για αυτούς η ισχύς συλλογικής σύμβασης εργασίας, η οποία δεσμεύει ήδη εργοδότες που απασχολούν το 51% των εργαζομένων του κλάδου ηλεκτρικής ενέργειας.

Άρθρο 26
Ρυθμίσεις για τη Ρ.Α.Ε.

1. Στο τέλος της παραγράφου 12 του άρθρου 4 του Ν. 2773/1999 προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Η Ρ.Α.Ε. έχει την ικανότητα να παρίσταται αυτοτελώς σε κάθε είδους δίκες που δημιουργούνται από τη λειτουργία της και την άσκηση των αρμοδιοτήτων της.»

2. Η παράγραφος 2 του άρθρου 24 του Ν. 1868/1989 (ΦΕΚ 230 Α’), όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 37του Ν. 2145/1993 (ΦΕΚ88 Α’), εφαρμόζεται αναλόγως, με εξαίρεση τη δεύτερη περίοδο της παραγράφου 2του άρθρου 24του Ν. 1868/1989, όπως ισχύει, από την ημέρα ανάληψης των καθηκόντων τους, για τους δικηγόρους που υπηρετούν ή υπηρέτησαν στη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (Ρ.Α.Ε.) με σύμβαση έμμισθης εντολής, καθώς και για τους δικηγόρους που υπηρετούν στη Γραμματεία της Ρ.Α. Ε. σε θέση ειδικού επιστημονικού προσωπικού και τελούν σε υποχρεωτική αναστολή άσκησης του λειτουργήματος τους.

3. Η παράγραφος 2 του άρθρου 7 του Ν. 2773/1999 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Ο Πρόεδρος της Ρ.Α.Ε. προΐσταται όλων των υπηρεσιών της και διευθύνει το έργο τους.»

4. Για τη στελέχωση της Γραμματείας της Ρ.Α.Ε. συνιστώνται επιπλέον από τις θέσεις που προβλέπονται στις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 7 του Ν. 2773/1999, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 5 του Ν. 2837/2000 (ΦΕΚ 178 Α’) έντεκα (11) θέσεις προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, οι οποίες κατανέμονται ως εξής:

α) πέντε (5) θέσεις ειδικού επιστημονικού προσωπικού με τα προσόντα της παραγράφου 2 του άρθρου 25 του Ν. 1943/1991, όπως ισχύει,

β) μία (1) θέση δικηγόρου με μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών, ο οποίος προσλαμβάνεται με σύμβαση έμμισθης εντολής,

γ) πέντε (5) θέσεις διοικητικού προσωπικού, εκ των οποίων δύο (2) Π Ε ειδικότητας Διοικητικού Οικονομικού και τρεις (3) ΔΕ ειδικότητας Διοικητικών Γραμματέων, με τα προσόντα που καθορίζονται σύμφωνα με τον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισης της Ρ.Α.Ε.

Η πρόσληψη στις ανωτέρω θέσεις διενεργείται σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 7 του Ν. 2773/1999, όπως τροποποιήθηκε με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Ν. 2837/2000.

5. Για τη συγκρότηση συλλογικών οργάνων που προβλέπονται από τις διατάξεις του Κανονισμού Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισης της Ρ.Α.Ε. αντί για τον Προϊστάμενο ή τον Αναπληρωτή Προϊστάμενο της Γραμματείας της Ρ.Α.Ε. συμμετέχει επικεφαλής υπηρεσιακής μονάδας.

6. Αρμοδιότητες, οι οποίες σύμφωνα με τον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισης της Ρ.Α.Ε. έχουν ανατεθεί στον Προϊστάμενο ή τον Αναπληρωτή Προϊστάμενο της Γραμματείας της Ρ.Α.Ε. ασκούνται από τον Πρόεδρο της Ρ.Α.Ε. ή κατόπιν εξουσιοδότησης αυτού από άλλο μέλος της Ρ.Α.Ε. ή της Γραμματείας.

7. Στο τέλος της παραγράφου 6 του άρθρου 6 του Ν. 2773/1999, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του Ν. 2837/2000, προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:

«Με απόφαση της Ρ.Α.Ε. ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τη διαχείριση των πόρων του στοιχείου γ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 6, την παροχή αμοιβών σε τρίτους και πρόσθετων αμοιβών στο προσωπικό της Γραμματείας της Ρ.Α.Ε. για την εκτέλεση των σχετικών ερευνητικών προγραμμάτων.»

Άρθρο 27
Κύρωση συμβάσεως

Κυρώνεται και έχει ισχύ νόμου η Σύμβαση που υπεγράφη στην Αθήνα την 22η Μαΐου 2003, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου αφ’ ενός και της Α.Ε. ΚΑΒΑΛΑ OIL, Αναδόχου της Σύμβασης για έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων στην περιοχή ΠΡΙΝΟΥ-ΝΟΤΙΑΣ ΚΑΒΑΛΑΣ του Θρακικού Πελάγους, σύμφωνα με τη σύμβαση της 23ης Νοεμβρίου 1999 που κυρώθηκε με το δεύτερο άρθρο του Ν. 2779/1999 (ΦΕΚ 296 Α730.12.1999), η οποία έχει ως εξής:

ΠΡΩΤΗ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ

Του δεύτερου άρθρου του Ν. 2779/1999 (ΦΕΚ 296/Α7 30.12.1999)

«Περί εκμεταλλεύσεως Υδρογονανθράκων στη θαλάσσια περιοχή του Θρακικού Πελάγους μεταξύ του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ και της Α.Ε. ΚΑΒΑΛΑ OIL».

Η παρούσα σύμβαση συνομολογείται σήμερα την 22α Μαΐου 2003, μεταξύ:

Αφ’ ενός μεν του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ, νόμιμα εκπροσωπούμενου, σύμφωνα με την παράγραφο 29 του άρθρου 12 του Ν. 2289/1995, από τον Υπουργό Ανάπτυξης Α. Τσοχατζόπουλο, αφ’ ετέρου δετής εταιρείας ΚΑΒΑΛΑ OIL Α. Ε., η οποία εδρεύει στην Καβάλα και εκπροσωπείται νόμιμα, από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. και Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής κ. Νικόλαο Λούτσιγκα, σύμφωνα με την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, και θα καλείται εφεξής «ο Ανάδοχος» και ταυτόχρονα Διευθύνοντα Σύμβουλο της Α.Ε. ΕΥΡΩΤΕΧΝΙΚΗ, η οποία συναποδέχεται, ως «ειδικός εγγυητής», κατά το άρθρο 9της αρχικής Σύμβασης.

ΠΡΟΟΙΜΙΟ

Την 23η Νοεμβρίου 1999 συνομολογήθηκε, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Α.Ε. ΚΑΒΑΛΑ OIL Σύμβαση, με την οποία παρεσχέθη στην δεύτερη των συμβαλλομένων Α.Ε. ΚΑΒΑΛΑ OIL, το δικαίωμα και η άδεια όπως διενεργεί, διοικεί και εκτελεί όλες τις Εργασίες Πετρελαίου, που έχουν σχέση με τους υδρογονάνθρακες, που βρίσκονται μέσα στην οριζόμενη από την σύμβαση περιοχή ΠΡΙΝΟΥ- ΝΟΤΙΟΥ ΚΑΒΑΛΑΣ, με τους αναφερόμενους στη σύμβαση αυτή όρους.

Η ανωτέρω σύμβαση κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του Ν. 2779/1999 (ΦΕΚ296/Α730.12.1999).

Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 2 « Υποχρεώσεις για επενδύσεις» της σύμβασης, ο Ανάδοχος υποχρεούται να δαπανήσει το ποσόν το οποίο απαιτείται για την εκτέλεση δύο τουλάχιστον γεωτρήσεων, πλέον εκείνων που παραλαμβάνει, με σκοπό την ανακάλυψη και εκμετάλλευση τυχόν άλλων υφισταμένων κοιτασμάτων πετρελαίου, μέσα στο συμβατικό χώρο (υποπεριοχές εκμετάλλευσης).

Σύμφωνα δε με την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, η ελάχιστη αυτή υποχρέωση πρέπει να εκπληρωθεί ως εξής: Μέσα στους πρώτους δώδεκα (12) μήνες από την έναρξη της παρούσας θα πρέπει να πραγματοποιηθεί η επένδυση για την πρώτη γεώτρηση και μέσα στους επόμενους αυτών δέκα (10) μήνες, θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η δεύτερη γεώτρηση.

Επειδή, κατά τους κανόνες Εργασιών Πετρελαίου και τα τεχνικοοικονομικά δεδομένα, αμφισβητήθηκε ο χαρακτήρας της δεύτερης γεώτρησης, την οποία πραγματοποίησε ο Ανάδοχος, ως αποσκοπούσης στην ανακάλυψη και εκμετάλλευση τυχόν άλλων κοιτασμάτων πετρελαίου και μέχρις επιλύσεως του θέματος, δόθηκε παράταση εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου μέχρι την 31 η Δεκεμβρίου 2002, για την εκτέλεση από τον Ανάδοχο της δεύτερης γεώτρησης, η οποία και θα εξαφάνιζε την υποχρέωση του αυτή, κατά την παράγραφο 3 του αυτού άρθρου.

Η Ανάδοχος, στην προσπάθεια της να διασφαλίσει (λόγω των δεδομένων προβλημάτων του κοιτάσματος) καινά αυξήσει το επίπεδο της τρέχουσας παραγωγής, προς εξασφάλιση της απρόσκοπτης διενέργειας της δεύτερης γεώτρησης, η οποία και αποτελεί την συμβατική της υποχρέωση, δαπάνησε το ποσό των’ 16.700.000 για την διενέργεια γεωτρήσεως, πέραν της ερευνητικής, με σκοπό την αύξηση της παραγωγής, με αποτέλεσμα και την τρέχουσα οικονομική στενότητα αλλά και την υπέρβαση του χρονοδιαγράμματος και για την παραγωγική γεώτρηση, λόγω των ειδικών προβλημάτων τα οποία παρουσιάσθηκαν, αλλά και για την ερευνητική, η οποία αποτελεί και την συμβατική της υποχρέωση.

Με τα οικονομοτεχνικά στοιχεία τα οποία υπέβαλε η Ανάδοχος, αναγνωρίζεται η ανάγκη παροχής και περαιτέρω προθεσμίας, για την εκτέλεση της δεύτερης ερευνητικής γεωτρήσεως, η οποία έχει ορισθεί για την θέση ΚΑΛΛΙΡΑΧΗ της συμβατικής περιοχής.

Το άρθρο 41 της Σύμβασης προβλέπει ότι τροποποίηση ή συμπλήρωση αυτής είναι δυνατή με Σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και του Αναδόχου, που κυρώνεται επίσης με νόμο, εφαρμοζομένου αναλόγως του άρθρου 40 αυτής.

ΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ

Και μετά τα προεκτεθέντα, τα Συμβαλλόμενα Μέρη, από κοινού συμφωνούν, συνομολογούν και συναποδέχονται τα ακόλουθα:

Τροποποιείται η παράγραφος 2 του άρθρου 2 της Σύμβασης και αντί της φράσης «… και μέσα στους επόμενους αυτών δέκα (10) μήνες, θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η δεύτερη γεώτρηση.», τίθεται η φράση «… και μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2003, θα πρέπει να έχει πραγματοποιηθεί η δεύτερη γεώτρηση».

Κατά τα λοιπά ισχύει ως έχει η αρχική και τροποποιούμενη δια της παρούσης Σύμβαση.

Η παρούσα τροποποιητική Σύμβαση ισχύει από την ημερομηνία συνομολογήσεως της και υπογραφής της από τα συμβαλλόμενα μέρη, υπό την ανατρεπτική αίρεση της μη κύρωσης της από την Βουλή των Ελλήνων, οπότε και λύεται αδαπάνως και αζημίως για αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη, υπό την επιφύλαξη των οριζομένων στην παράγραφο 5 του άρθρου 16 της αρχικής σύμβασης.

Σε περίπτωση κύρωσης της παρούσης από την Βουλή των Ελλήνων με τροποποιήσεις, ο Ανάδοχος έχει την υποχρέωση, όπως μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την δημοσίευση του σχετικού νόμου, δηλώσει την αντίρρηση του, οπότε η παρούσα λύεται αζημίως και αδαπάνως για όλα τα συμβαλλόμενα μέρη, υπό την επιφύλαξη των οριζομένων στην παράγραφο 5 του άρθρου 16 και των λοιπών όρων της αρχικής Σύμβασης, άλλως τεκμαίρεται ότι αποδέχθηκε την κυρωθείσα με τροποποιήσεις παρούσα τροποποιητική Σύμβαση και δεσμεύεται από αυτήν.

ΣΕ ΠΙΣΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΩΤΕΡΩ

Συνομολογήθηκε η παρούσα Σύμβαση, η οποία υπογράφεται ως ακολούθως:

ΓΙΑ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ

ΔΗΜΟΣΙΟ

Α. Τσοχατζόπουλος

Υπουργός Ανάπτυξης

ΓΙΑ ΤΗΝ «ΑΝΑΔΟΧΟ» ΚΑΒΑΛΑ OIL Α. Ε.

Νικόλαος Λούτσιγκας

Πρόεδρος Δ.Σ. και Δ/νων Σύμβουλος

Α.Ε. ΕΥΡΩΤΕΧΝΙΚΗ

Νικόλαος Λούτσιγκας

Δ/νων Σύμβουλος

Άρθρο 28

1. Στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Διαχειριστής Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε.» και διακριτικό τίτλο ΔΕΣΜΗΕ ή «Διαχειριστής του Συστήματος» δύνανται να καταβάλλονται, μέσω του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων, εθνικοί και κοινοτικοί πόροι για τη χρηματοδότηση έργων και μελετών που υλοποιούνται από αυτόν υπό την ιδιότητα του τελικού δικαιούχου κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 2860/2000. Η σχετική χρηματοδότηση αφορά πράξεις ανάπτυξης της υποδομής και της λειτουργίας της εταιρείας, εκσυγχρονισμού και ανάπτυξης των υποδομών του Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας, καθώς και πράξεις εκπλήρωσης υποχρεώσεων παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας προς το γενικότερο οικονομικό συμφέρον, οι οποίες μπορούν να αφορούν την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας συμπεριλαμβανομένης της ασφάλειας εφοδιασμού, τη συνεχή παροχή, την ποιότητα και τις τιμές, καθώς και την προστασία του περιβάλλοντος και οι οποίες κρίνονται απαραίτητες για την απελευθέρωση της Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της εταιρείας που απορρέουν από το Ν. 2773/1999 (ΦΕΚ286 Α’), όπως ισχύει κάθε φορά.

2. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης καθορίζονται οι πράξεις που χρηματοδοτούνται, το συνολικό κόστος αυτών και το ύψος της σχετικής χρηματοδότησης, μνημονεύονται ειδικά οι λόγοι γενικού δημοσίου συμφέροντος, καθώς και ο σκοπός που δικαιολογεί την καταβολή των σχετικών ποσών, καθορίζονται ο τρόπος και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την καταβολή της χρηματοδότησης, οι υποχρεώσεις της εταιρείας, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου.

Άρθρο 29

Η θητεία των εκπροσώπων των εργαζομένων που εκλέχθηκαν κατά τις αρχαιρεσίες του Μαΐου 2000 και μετέχουν στο πρώτο διοικητικό συμβούλιο της Δ.Ε.Η. Α.Ε., σύμφωνα με τα οριζόμενα στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 39 του Καταστατικού της εταιρίας αυτής (Π.Δ. 333/2000 – ΦΕΚ 278 Α’), παρατείνεται μέχρι τη λήξη της θητείας του πρώτου αυτού εκλεγμένου διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Η. Α.Ε.

Άρθρο 30

Διείσδυση φυσικού αερίου στην αστική κατανάλωση Εξοικονόμηση ενέργειας

1. Στο τέλος της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του Π.Δ. 420/1987 (ΦΕΚ 187 Α’) η φράση «και για στέγαση Δημοσίων Υπηρεσιών» αντικαθίσταται από τη φράση «και για στέγαση Υπηρεσιών του Δημοσίου και του ευρύτερου Δημόσιου Τομέα».
2. Ο πίνακας του άρθρου 1 του Π.Δ. 420/1987 συμπληρώνεται με τους παρακάτω δήμους των νομών Θεσσαλονίκης, Βοιωτίας, Ευβοίας, Φθιώτιδος, Φωκίδος, Ημαθίας, Κιλκίς, Πέλλης, Πιερίας, Σερρών, Δράμας, Καβάλας, Ξάνθης, Έβρου και Ροδόπης.

ΠΙΝΑΚΑΣ

Νομός Θεσσαλονίκης: Δήμος Πανοράματος, Δήμος Θέρμης

Νομός Βοιωτίας: Δήμος Λεβαδέων, Δήμος Θηβαίων, Δήμος Θεσπιέων, Δήμος Αλιάρτου, Δήμος Βαγιών

Νομός Ευβοίας: Δήμος Χαλκιδέων, Δήμος Ανθηδώνος, Δήμος Νέας Αρτάκης, Δήμος Μεσσαπίων, Δήμος Αυλίδος, Δήμος Ληλαντίων

Νομός Φθιώτιδος: Δήμος Λαμιέων, Δήμος Στυλίδος

Νομός Φωκίδος: Δήμος Αμφίσσης

Νομός Ημαθίας: Δήμος Βέροιας, Δήμος Νάουσας, Δήμος Αλεξάνδρειας, Δήμος Δοβρά, Δήμος Ανθεμίων

Νομός Κιλκίς: Δήμος Κιλκίς, Δήμος Γαλλικού, Δήμος Πολυκάστρου, Δήμος Αξιούπολης

Νομός Πέλλης: Δήμος Γιαννιτσών, Δήμος Έδεσσας, Δήμος Σκύδρας, Δήμος Πέλλας

Νομός Πιερίας: Δήμος Κατερίνης, Δήμος Παραλίας, Δήμος Λιτόχωρου

Νομός Σερρών: Δήμος Σερρών, Δήμος Λευκώνα, Δήμος Σιδηροκάστρου, Δήμος Ηράκλειας

Νομός Δράμας: Δήμος Δράμας, Δήμος Σιταγρών, Δήμος Καλαμποκιού

Νομός Καβάλας: Δήμος Καβάλας, Δήμος Χρυσούπολης, Δήμος Ελευθερούπολης

Νομός Ξάνθης: Δήμος Ξάνθης, Δήμος Βιστωνίδος

Νομός Έβρου: Δήμος Αλεξανδρούπολης

Νομός Ροδόπης: Δήμος Κομοτηνής, Δήμος Μαρώνειας.

3.  Η παράγραφος 2 του άρθρου 1 του Π.Δ. 420/1987 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Η εγκατάσταση δικτύου αερίων καυσίμων είναι υποχρεωτική για κάθε νέα οικοδομή που ανεγείρεται μέσα στα διοικητικά όρια των δήμων και κοινοτήτων των νομών Αττικής, Βοιωτίας, Θεσσαλονίκης, Λαρίσης, Μαγνησίας, Ευβοίας, Φθιώτιδος, Φωκίδος, Ημαθίας, Κιλκίς, Πέλλης, Πιερίας, Σερρών, Δράμας, Καβάλας, Ξάνθης, Έβρου και Ροδόπης, που αναφέρονται στον πίνακα της παρ. 1 του άρθρου αυτού και προορίζεται για βιομηχανική ή βιοτεχνική χρήση οποιασδήποτε μορφής.»

4. Στο άρθρο 2 του Π.Δ. 420/1987 προστίθεται παράγραφος 5, ως εξής:

«5. Για την προώθηση της χρήσης του φυσικού αερίου σε κτίρια των περιοχών που αναφέρονται στο άρθρο 1 του παρόντος, υφιστάμενα πριν από την έναρξη εφαρμογής του, καθώς και για όσα κτίρια ανεγερθηκαν μετά την έναρξη εφαρμογής αυτού, τα οποία περιλαμβάνουν περισσότερες της μίας οριζόντιες ιδιοκτησίες, οι αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων των συνιδιοκτητών, σχετικά με την αλλαγή καυσίμου σε υφιστάμενες εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης με υγρά καύσιμα και τη σύνδεση με το δίκτυο φυσικού αερίου, λαμβάνονται με πλειοψηφία του μισού αριθμού και μίας πλέον των ψήφων των συνιδιοκτητών, ανεξαρτήτως αντίθετης πρόβλεψης στον κανονισμό σχέσεων των συνιδιοκτητών της οικοδομής. Με την ίδια πλειοψηφία λαμβάνεται κάθε άλλη σχετική απόφαση για την υλοποίηση και ρύθμιση των παραπάνω αποφάσεων, όπως ενδεικτικά για την τροποποίηση ή αντικατάσταση των υφιστάμενων εγκαταστάσεων θέρμανσης, για την αλλαγή εξοπλισμού, για επεμβάσεις στις όψεις του κτιρίου, την όδευση σωληνώσεων και αγωγών, την τοποθέτηση καπναγωγών και καπνοδόχων και εν γένει για κάθε απαραίτητη μεταρρύθμιση, μεταβολή ή επέμβαση στους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους του κτιρίου, λαμβανομένων υπόψη και των οριζομένων στην παρ. 2 του άρθρου 7 του Ν. 2364/1995 (ΦΕΚ252 Α’).

Με την ίδια ως άνω πλειοψηφία δύναται να λαμβάνεται απόφαση για τη μόνιμη αποσύνδεση από το δίκτυο κεντρικής θέρμανσης του κτιρίου με χρήση υγρών καυσίμων και τη σύνδεση με το δίκτυο φυσικού αερίου, όσων κυρίων μεμονωμένων ιδιοκτησιών προβαίνουν σε τοποθέτηση ανεξάρτητης μόνιμης εγκατάστασης θέρμανσης με χρήση φυσικού αερίου, ανεξαρτήτως αντίθετης πρόβλεψης στον κανονισμό σχέσεων των συνιδιοκτητών της οικοδομής.»

5. Η παράγραφος 3 του άρθρου 3 του Π.Δ. 420/1987 αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Οι τεχνικές προδιαγραφές υλικών που θα χρησιμοποιούνται στην εγκατάσταση, καθώς και κάθε τεχνική λεπτομέρεια για τη σύνταξη της μελέτης καθορίζονται από τους Κανονισμούς Εσωτερικών Εγκαταστάσεων Αερίου, οι οποίοι εκπονούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 7 του Ν. 2364/1995. Έως την έναρξη ισχύος των Κανονισμών Εσωτερικών Εγκαταστάσεων Αερίου, τα ανωτέρω ζητήματα καθορίζονται από την τεχνική οδηγία του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΤΟΤΕΕ) με αριθ. 2471/86, που εγκρίθηκε με την απόφαση ΕΗ 1/32/7.6.87 (ΦΕΚ366 Β716.7.1987) του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων.»

6. Στο τέλος της παραγράφου 3 του άρθρου 5 του Π.Δ. 420/1987, προστίθεται η φράση «και τα οριζόμενα στην παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου».

7. Στο άρθρο 5 του Π.Δ. 420/1987 προστίθεται νέα παράγραφος 4 ως εξής:

«4. Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού, μετά το πέρας των εργασιών κατασκευής της οικοδομής και ειδικότερα, πριν από την οριστική σύνδεση της οικοδομής με τα δίκτυα κοινής ωφελείας , σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 9 του Ν. 1512/ 1985 (ΦΕΚ 4 Α’) και στο άρθρο 7 του Π.Δ. της 8.7.1993 (ΦΕΚ 795 Δ713.7.1993), ο επιβλέπων τις εργασίες εγκατάστασης δικτύου αερίων καυσίμων μηχανικός, σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος π.δ., υποβάλλει στην κατά τόπο αρμόδια Εταιρεία Παροχής Αερίου (Ε.Π.Α.), υπεύθυνη δήλωση στην οποία βεβαιώνεται ότι η εγκατάσταση έχει κατασκευαστεί σύμφωνα με τη μελέτη και τις προδιαγραφές που ισχύουν, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 3 του παρόντος. Στην υπεύθυνη δήλωση του επιβλέποντος τις εργασίες εγκατάστασης μηχανικού, επισυνάπτεται υποχρεωτικά, θεωρημένη από αυτόν, και η προβλεπόμενη από το άρθρο 4 του Π.Δ. 38/1991, όπως ισχύει, υπεύθυνη δήλωση του εγκαταστάτη ή τεχνίτη επικεφαλής του συνεργείου ή των συνεργείων, κατόχου σχετικής αδείας σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία. Η Ε.Π.Α. ελέγχει την καλή κατασκευή και τεχνική αρτιότητα των κατασκευασθέντων δικτύων από πλευράς ασφαλείας, σύμφωνα με τις προδιαγραφές της παρ. 3 του άρθρου 3 του παρόντος και θεωρεί την ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση του επιβλέποντος μηχανικού. Για την ολοκλήρωση του ελέγχου εφαρμογής της μελέτης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 3 ανωτέρω, η κατά τόπο αρμόδια Ε.Π.Α. υποβάλλει τα παραπάνω στοιχεία στην αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία, προκειμένου να προβεί αυτή στις διαδικασίες τελικής θεώρησης της άδειας οικοδομής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7 του Π.Δ. της 8.7.1993 (ΦΕΚ795Δ’/13.7.1993).»

8. Το άρθρο 6 του Π.Δ. 420/1987 αντικαθίσταται ως εξής:

«Προκειμένου να τροφοδοτηθεί η εγκατάσταση με φυσικό αέριο, η αρμόδια Ε.Π.Α. ελέγχει προηγουμένως την ασφάλεια της εγκατάστασης.

Η τήρηση των διατάξεων του παρόντος Π.Δ. είναι υποχρεωτική για τη σύνδεση με το δίκτυο αερίου και την τροφοδότηση των εγκαταστάσεων υφιστάμενων και ανεγειρόμενων κτιρίων των περιοχών που αναφέρονται στο άρθρο 1 του παρόντος.»

9. Για την εγκατάσταση δικτύου αερίων καυσίμων σε κτίρια των περιοχών του άρθρου 1 του Π.Δ. 420/1987, όπως τροποποιείται με τον παρόντα νόμο, υφιστάμενα πριν από την έναρξη εφαρμογής αυτού, προκειμένου να αντικατασταθούν υφιστάμενες εγκαταστάσεις κεντρικής θέρμανσης που χρησιμοποιούν υγρά καύσιμα από εγκαταστάσεις καύσης φυσικού αερίου ή να εγκατασταθούν ανεξάρτητα συστήματα θέρμανσης με χρήση φυσικού αερίου, σχετικά με την επίβλεψη και εφαρμογή της μελέτης, εφαρμόζονται αναλογικά οι διαδικασίες των άρθρων 3, 4 και δ παρ. 4 του Π.Δ. 420/1987, όπως τροποποιείται με τον παρόντα νόμο.

Μετά το πέρας των εργασιών διασκευής, μετατροπής υφιστάμενων εγκαταστάσεων και εγκατάστασης δικτύου αερίων καυσίμων, για τις οποίες δεν απαιτείται έκδοση οικοδομικής άδειας σύμφωνα με τα οριζόμενα στα εδάφια (δ) και (ε) της παραγράφου 1 του άρθρου 22 του Ν. 1577/1985 (ΦΕΚ 210 Α’), όπως τροποποιείται με τον παρόντα νόμο, η κατά τόπον αρμόδια Ε.Π.Α. ελέγχει την εφαρμογή της μελέτης εγκατάστασης και ειδικότερα την καλή κατασκευή και τεχνική αρτιότητα του εγκατεστημένου δικτύου αερίων καυσίμων. Η μελέτη εγκατάστασης μαζί με τα στοιχεία που προβλέπονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 5 του Π.Δ. 420/1987, όπως τροποποιείται με τον παρόντα νόμο, κοινοποιούνται από την Ε.Π.Α. στην αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία για την πληρότητα του τηρούμενου από αυτήν φακέλου της οικοδομικής άδειας του κτιρίου.

10. Εισάγεται νέο άρθρο 9 στο Π.Δ. 420/1987 και αντίστοιχα αναριθμείται το ισχύον άρθρο 9 σε άρθρο 10, ως εξής:

«Άρθρο 9

Σε υφιστάμενα κτίρια τα οποία έχουν ανεγερθεί μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος και στα οποία κατά παράβαση των διατάξεων του, η εγκατάσταση δικτύου αερίων καυσίμων είναι ελλιπής ή δεν έχει εφαρμοστεί, εφαρμόζονται αναλογικά οι διαδικασίες των άρθρων 3, 4 και 5 παρ. 4 του παρόντος Π.Δ. σχετικά με τη σύνταξη, επίβλεψη και εφαρμογή μελέτης εγκατάστασης δικτύου αερίων καυσίμων, προκειμένου να τροποποιηθεί ή συμπληρωθεί η ήδη εγκεκριμένη μελέτη και να εκτελεσθούν οι σχετικές εργασίες για την εφαρμογή της. Μετά το πέρας των εργασιών τροποποίησης ή συμπλήρωσης του δικτύου αερίων καυσίμων, για τις οποίες δεν απαιτείται έκδοση οικοδομικής άδειας σύμφωνα με τα οριζόμενα στο εδάφιο (δ) της παραγράφου 1 του άρθρου 22 του Ν. 1577/1985 (ΦΕΚ 210 Α’), η κατά τόπον αρμόδια Ε.Π.Α. ελέγχει την εφαρμογή της μελέτης και ειδικότερα την καλή κατασκευή και τεχνική αρτιότητα του εγκατεστημένου δικτύου. Η τυχόν αναθεωρημένη μελέτη μαζί με τα στοιχεία που προβλέπονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 5 του παρόντος Π.Δ. κοινοποιούνται από την Ε.Π.Α. στην αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία για την πληρότητα του τηρούμενου από αυτήν φακέλου της οικοδομικής άδειας του κτιρίου.»

11. Στο τέλος του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 3.3.1 του άρθρου 1 του Π.Δ. της 27 Σεπτ./7 Νοεμ. 1985 (ΦΕΚ 631 Δ’) προστίθεται εδάφιο ως εξής:

«Ανεξαρτήτως σχετικής προβλέψεως στον κανονισμό σχέσεων των συνιδιοκτητών του κτιρίου, οι διατάξεις της ανωτέρω παραγράφου ισχύουν και σε ιδιοκτησίες οι οποίες αποσυνδέονται μόνιμα από το δίκτυο κεντρικής θέρμανσης του κτιρίου σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 5του άρθρου 2του Π.Δ. 420/1987 και διαθέτουν ανεξάρτητη μόνιμη εγκατάσταση θέρμανσης με χρήση αερίων καυσίμων.»

12. Στο άρθρο 11 του Ν. 1577/1985 προστίθεται παράγραφος 13, ως εξής:

«13. Επιτρέπεται η τοποθέτηση ή η διέλευση ορισμένων λειτουργικών στοιχείων ή εξαρτημάτων των εγκαταστάσεων θέρμανσης με χρήση φυσικού αερίου στις όψεις των κτιρίων, με μέγιστο πλάτος εξοχής των ως άνω λειτουργικών στοιχείων ή εξαρτημάτων τα 0.40 μέτρα, σύμφωνα με τους Κανονισμούς Εσωτερικών Εγκαταστάσεων Αερίου, οι οποίοι εκπονούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 8 του άρθρου 7 του Ν. 2364/1995 και μέχρι τη θέση σε ισχύ των ως άνω Κανονισμών, σύμφωνα με την τεχνική οδηγία του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΤΟΤΕΕ) με αριθ. 2471/86, που εγκρίθηκε με την απόφαση ΕΗ1/32/7.6.87 (ΦΕΚ366 Β’/16.7.1987) του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων.

Για την εγκατάσταση και τοποθέτηση καπνοδόχων, καπναγωγών και επιτοίχιων λεβήτων των ανωτέρω εγκαταστάσεων θέρμανσης στην κύρια όψη (πρόσοψη) του κτιρίου, απαιτείται η σύμφωνη γνώμη της Ε.Π.Α.Ε. για την αισθητική και μορφολογική τους ένταξη στο χώρο.»

13. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 22 του Ν. 1577/1985 προστίθενται εδάφια (δ) και (ε), ως εξής:

«δ) για τις εργασίες επισκευής, τροποποίησης, διασκευής ή συμπλήρωσης εγκαταστάσεων δικτύου φυσικού αερίου σε κτίρια που υφίστανται νόμιμα με εξαίρεση τα κτίρια που υπάγονται στο άρθρο 4 του Γ.Ο.Κ.,

ε) για τις εργασίες τροποποίησης, διασκευής, μετατροπής εγκαταστάσεων κεντρικής ή ατομικής θέρμανσης με χρήση υγρών καυσίμων σε αντίστοιχα συστήματα θέρμανσης με χρήση φυσικού αερίου, σε κτίρια που υφίστανται νόμιμα».

14. Η παράγραφος 2 του άρθρου 6 του Ν. 1512/1985 (ΦΕΚ 4 Α’) αντικαθίσταται ως εξής:

«2. Οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή τόσο στα νεοαναγειρόμενα κτίρια, όσο και στα υφιστάμενα κτίρια γενικά ή κατά περιοχές και συγκεκριμένες χρήσεις κτιρίων, όπως κάθε φορά ορίζονται με αποφάσεις των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων και Ανάπτυξης.»

15. Η παρ. 2 του άρθρου 7 του Ν. 1512/1985 αντικαθίσταται ως εξής:

«2. α) Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων ορίζονται για οποιασδήποτε μορφής υφιστάμενες ή νέες σταθερές εστίες καύσης προδιαγραφές κατασκευής και όροι λειτουργίας, περιορισμοί στο είδος και την ποιότητα των χρησιμοποιούμενων καυσίμων, καθώς και επιτρεπόμενα όρια εκπεμπόμενων καυσαερίων με στόχο την προστασία του περιβάλλοντος, με προτεραιότητα στην επιβολή περιορισμών στην κατασκευή και λειτουργία των σταθερών εστιών καύσης κτιρίων που ανήκουν ιδιοκτησιακά στο Δημόσιο και στον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα.

Με τις ίδιες ως άνω αποφάσεις καθορίζεται κάθε σχετική λεπτομέρεια σχετικά με την παροχή κινήτρων για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του παρόντος άρθρου, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας χρηματοδότησης εκ μέρους τρίτων.»

16. Στο άρθρο 2 του Ν. 2965/2001 (ΦΕΚ270 Α’) προστίθενται παράγραφοι 7, 8 και 9 ως εξής:

«7. Σε βιομηχανίες – βιοτεχνίες και επαγγελματικά εργαστήρια που λειτουργούν εντός των ορίων των δήμων που εκάστοτε καθορίζονται στον Πίνακα του άρθρου 1 του Π.Δ. 420/1987 και χρησιμοποιούν υγρά καύσιμα για τις ανάγκες της παραγωγικής τους διαδικασίας, καθώς και σε κτίρια στα οποία χρησιμοποιούνται εστίες καύσης με εγκατεστημένη θερμική ισχύ άνω των 400 kW, επιβάλλεται η αντικατάσταση του χρησιμοποιούμενου υγρού καυσίμου με φυσικό αέριο, εντός ενός (1) έτους από την ημερομηνία που καθίσταται εφικτή η τροφοδοσία τους με φυσικό αέριο.

8. Από τις διατάξεις της παραγράφου 7 εξαιρούνται οι μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και οι μονάδες διύλισης πετρελαίου. Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων της παραγράφου 7 εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 13 του νόμου αυτού.

9. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων ρυθμίζεται η διαδικασία εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου 7 του άρθρου αυτού, η επέκταση του σε άλλες αστικές και περιαστικές οικιστικές περιοχές, στις οποίες καθίσταται εφικτή η τροφοδοσία κτιρίων με φυσικό αέριο, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.»

17. Το άρθρο 15 του Ν. 2965/2001 αντικαθίσταται ως εξής:

«Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 9 του άρθρου 2, μπορεί να εφαρμόζονται για τη μεταποιητική δραστηριότητα ρυθμίσεις ανάλογες του παρόντος νόμου σε άλλες περιοχές της χώρας που παρουσιάζουν μεγάλες βιομηχανικές συγκεντρώσεις, με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται ύστερα από πρόταση των Υπουργών Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων.»

18. Η παράγραφος 5 του άρθρου τετάρτου του Ν. 2593/ 1998 (ΦΕΚ 59 Α’) καταργείται.

Άρθρο 31
Καταργούμενες διατάξεις

Από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται:

1. Τα άρθρα 1, 2, 3, 4, 5 και 6 του Ν. 1475/1984 (ΦΕΚ 131 Α’).

2. Οι παράγραφοι 1, 2, 3, και 4 του άρθρου 8 του Ν. 2244/ 1994 (ΦΕΚ 168 Α’).

Άρθρο 32
Τελικές διατάξεις

1. Οι όροι που χρησιμοποιούνται στις διατάξεις του παρόντος νόμου έχουν τη σημασία που τους αποδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2773/1999, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά.

2. Η ισχύς του νόμου αυτού αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Παραγγέλλομε τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και την εκτέλεση του ως νόμου του Κράτους.

Κατά την διάταξη του άρθρου 5 παρ. β του Νόμου 3741/29, εν ελλείψει κάθε μεταξύ των συνιδιοκτητών συμφωνίας, ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών επί των κοινών πραγμάτων της οροφοκτησίας, κάθε συνιδιοκτήτης υποχρεούται να συνεισφέρει στα κοινά βάρη επί τη βάσει της αξίας ορόφου ή διαμερίσματος του οποίου είναι κύριος.

Η υποχρέωση αυτή είναι αναγκαία συνέπεια της συνιδιοκτησίας των κοινών και υφίσταται κατά τις γενικές περί κοινωνίας διατάξεις του άρθρου 794 ΑΚ. Λόγω όμως της ιδιομορφίας της κοινωνίας της οροφοκτησίας ο Νομοθέτης ρύθμισε ειδικά το ζήτημα αυτό για την κοινωνία της οροφοκτησίας και επομένως οι σχετικές διατάξεις του Νόμου 3741/29 κατισχύουν των τοιούτων του κοινού δικαίου, όπως είναι η του άρθρου 794 ΑΚ, η οποία έχει επικουρική εφαρμογή, όπως και οι λοιπές περί κοινωνίας διατάξεις, εφ’ όσον δεν αντιτίθενται προς ειδικές διατάξεις του Νόμου 3741/29.

Η υποχρέωση συνεισφοράς στις κοινόχρηστες δαπάνες, είναι ανεξάρτητη της πραγματικής χρησιμοποίησης του κοινού. Η προς συνεισφορά υποχρέωση κάθε συνιδιοκτήτη προκύπτει από την συνιδιοκτησία του κοινού και από το ότι, το κοινό πράγμα από τον προορισμό του, χρησιμεύει για την εξυπηρέτηση των συνιδιοκτητών, ανεξάρτητα του αν, από λόγους πού αφορούν τον συνιδιοκτήτη, γίνεται πράγματι χρησιμοποίηση ή όχι του κοινού.
Το αν πράγματι ο συνιδιοκτήτης κάνει χρήση του εξυπηρετούντος αυτόν κοινού πράγματος, είναι αδιάφορο. Αν η προς συνεισφορά υποχρέωση κάθε συνιδιοκτήτη εξηρτάτο από την αυτοβουλία αυτού πρός χρησιμοποίηση του εξυπηρετούντος αυτόν κοινού, η υποχρέωση του προς συμμετοχή στις δαπάνες επισκευής, συντήρησης και λειτουργίας της κεντρικής θέρμανσης κλπ, θα δυσχεραινόταν και θα ετίθετο σε κίνδυνο η ομαλή λειτουργία της οροφοκτησίας (ΑΠ 69/67 ΕΕΝ 34, 347, ΑΠ 1476/80, ΝοΒ 29, 852, ΑΠ 390/82 ΝοΒ 30, 1473).

Οι έχοντες δικαίωμα χρήσης του κοινού και εξυπηρετούμενοι από αυτό είναι υποχρεωμένοι σε συνεισφορά κατά το ποσοστό τους, έστω και αν δεν κάνουν χρήση του κοινού αυτοβούλως και όχι βέβαια από υπαιτιότητα των λοιπών συνιδιοκτητών. Η υποχρέωση δε συνεισφοράς στα κοινά βάρη, δεν αφορά μόνο την συντήρηση και επισκευή των στο άρθρο 2 παρ. 1 κοινών, αλλά αφορά κάθε εν γένει υποχρέωση πού προκύπτει από την αναγκαστική συνιδιοκτησία, όπως πχ δαπάνες καυσίμων για την λειτουργία της κεντρικής θέρμανσης, δαπάνες κατανάλωσης
ρεύματος ανελκυστήρα κλπ (ΕφΑθ 225/65 ΝοΒ 13, 112, ΜπρΑθ 18/69 Αρχ.Νομ Κ’ 220 και Κωνσταντόπουλος «η οροφοκτησίας εν Ελλάδι», σελίς 260).

1.- Σύμφωνα με το άρθρο 5 περ. β. Του Νόμου 3741/1929, εν ελλείψει κάθε μεταξύ των συνιδιοκτητών συμφωνίας ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους περί των κοινών πραγμάτων (Κανονισμός), κάθε ένας από τους συνιδιοκτήτες υποχρεούται να συνεισφέρει στα κοινά επί τη βάσει της αξίας του ορόφου ή διαμερίσματος του οποίου είναι κύριος.
Ο προσδιορισμός των αξιών της
πολυκατοικίας, γίνεται βάσει της
κατασκευαστικής αξίας μιας εκάστης
διηρημένης ιδιοκτησίας, δηλαδή της αξία πού
προκύπτει από το ποσόν το οποίο δαπανήθηκε
για την κατασκευή της, με βάση την μέση
κατασκευή του οικοδομήματος, δηλαδή χωρίς
να λαμβάνονται υπ’ όψη εκείνα τα σημεία του
κόστους κατασκευής, τα οποία δεν είναι κοινά
για όλες τις διηρημένες ιδιοκτησίες. Η αξία
αυτή τελικά καταλήγει να είναι ανάλογη με το
εμβαδόν κάθε διηρημένης ιδιοκτησίας. (ΑΠ
731/91, Εφ.Θεσ. 591/1992 αδημ.).
2.- Μόνο για τις λειτουργικές δαπάνες του
ανελκυστήρα (μηνιαία συντήρηση, ΔΕΗ και όχι
για τις δαπάνες συνιδιοκτησίας αυτού, δηλ.
Συρματόσχοινα, κουβούκλιο κλπ), ο
υπολογισμός του ποσοστού επιβάρυνσης κάθε
διηρημένης ιδιοκτησίας στις δαπάνες αυτές
γίνεται, για την δικαιότερη κατανομή τους,
βάσει των ποσοστών συμμετοχής στις
κοινόχρηστες δαπάνες που αφορούν μόνο τα
διαμερίσματα και της προσαύξησης τους ανά
όροφο για το λόγο ότι, οι υψηλότεροι όροφοι
κάνουν περισσότερη χρήση του ανελκυστήρα,
λαμβάνοντας ως συντελεστή ορόφου το 1.00
για τον πρώτο όροφο, 1,10 για τον δεύτερο,
1,20 για τον τρίτο, 1,30 για τον τέταρτο όροφο,
κ.ο.κ.